Chapter 17 (ΑΠΥΘΜΕΝΗ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ)

Η κυλιόμενη σκάλα ξεκίνησε να λειτουργεί από τη στιγμή που πάτησε το πόδι του πάνω της. Ήταν ο πρώτος επιβάτης, όπως πάντα, μιας και έπρεπε να φεύγει νωρίς τα πρωινά για να πηγαίνει στο διπλανό νησί για δουλειά. Δυστυχώς, στο δικό του, οι δουλειές ήταν πολύ περιορισμένες και η ανάγκη της οικογένειας του μεγαλη. Το προσωπικό του χαμογέλασε εγκάρδια, μιας και ήταν ο συχνότερος πελάτης τους και πλέον φίλος τους. Ο ίδιος, πήγε και κάθισε στη συνηθισμένη του θέση, σε αυτόν τον μπλε καναπέ με τα δυο μαξιλάρια που κάθε φορά απορούσε πώς είναι δυνατόν να έχει μόνο ο δικός του. Οι υπάλληλοι του πλοίου φρόντιζαν να είναι όσο το δυνατόν πιο άνετη και ευχάριστη η διαδρομή του, μιας και ο συγκεκριμένος κύριος ήταν πάντα ευχάριστος και ευγενικός μαζί τους. Όλοι έλεγαν τα καλύτερα για αυτόν.

Όλοι εκτός από την οικογένεια του…

Όταν γεννήθηκαν οι κόρες του, κέρναγε όλη μέρα το καφενείο του χωριού. Μάλιστα, ήταν τόσο πολύ χαρούμενος και ευτυχισμένος που δεν πήγε καν στο νοσοκομείο του διπλανού νησιού για να τις δει. Συνέχισε να πίνει και να γελάει με τους φίλους του, που όταν βράδιασε πια, είχε ξεχάσει το λόγο που έπινε.

Απλά συνέχισε να πίνει.

Στο νοσοκομείο η γυναίκα του, η Αριάδνη, είχε μόνο την αδελφή της, την Ανδρομάχη που ενώ της έμοιαζε τόσο πολύ εξωτερικά, σαν δίδυμες που ήταν, οi χαρακτήρες τους ήταν εντελώς διαφορετικός, όπως ακριβώς υποδήλωναν και τα ονόματα τους. Η πρώτη ήταν η αγνή και η δεύτερη η πρόμαχος. Η μία είχε έναν υπέρμετρο δυναμισμό και απαιτούσε τα καλύτερα για αυτήν και τους ανθρώπους που αγαπάει, εν αντιθέσει με την αδελφή της που μόλις είχε γεννήσει και ήταν πάντα το θύμα, δεχόμενη την κριτική και τον εξευτελισμό από τον άντρα της, που όταν ήταν νηφάλιος, σπάνια δηλαδή, κατάφερνε να τη πείθει ότι η αγάπη του για αυτή είναι μεγαλύτερη από το ποτό.

Και τα καταφερνε… κάθε φορά!

Τα δίδυμα κοριτσάκια έφτασαν σε δυο υπέροχα καλάθια γεμάτα με πολύχρωμους φιόγκους στο σπίτι τους. Είχε κανονίσει τα πάντα στην εντέλεια η Ανδρομάχη μιας και η αδελφή της δε μπορούσε να πάρει πρωτοβουλία για κάτι τέτοιο (Δεν είχε πάρει και ποτέ της η αλήθεια είναι για τίποτα.) Ήταν και τα δύο πανέμορφα, με κατακόκκινα μαγουλάκια και με ένα σημάδι κάτω από το αυτί. Η μία στο αριστερό και η άλλη στο δεξί. Έτσι θα τις ξεχωρίζουμε, είπε η Αριάδνη και τις φίλησε στο μέτωπο με τόση αγάπη. Η πόρτα άνοιξε απότομα, σαν κάποιος να τη κλώτσησε και στο δυνατό φως του ηλίου φαινόταν μόνο μια πελώρια φιγούρα, μια μαύρη σκιά. Από τον θόρυβο που προκάλεσε με την είσοδο του, ένα από τα μωρά άρχισε να κλαίει υστερικά. Αυτό με το σημάδι στο δεξί αυτί.

Από την αρχή φάνηκε ποια θα είναι η ευαίσθητη.

Η Ανδρομάχη τον κοίταξε με υπεροπτικό βλέμμα και στην ρητορική της ερώτηση αν επιτέλους βρήκε το σπίτι, ο ίδιος τη κοίταξε με μίσος και απευθύνθηκε κατευθείαν στο άτομο που ήξερε ότι ανεχόταν τα πάντα. Η αρνητική απάντηση της γυναίκας του για το αν έχουν έτοιμο φαί τον έκανε έξαλλο. Άρχισε να φωνάζει και να βρίζει, χτύπαγε πόρτες και έριχνε πράγματα στο πάτωμα με τη δικαιολογία ότι όλη μέρα τρέχει για να έχει η οικογένεια του τα πάντα αλλά κανένας δε φροντίζει αυτόν. Η αλήθεια είναι ότι ξεκίναγε από το ξημέρωμα για να προλάβει το πλοίο, έφτανε στο εργοστάσιο αλιευτικών σχοινιών και μέχρι να σχολάσει αργά το μεσημέρι δούλευε σα το σκυλί. Εκεί δεν είχε χρόνο ούτε νερό να πιεί αλλά έπαιρνε το αίμα του πίσω όταν γύρναγε πίσω στο νησάκι του και επισκεπτόταν το καφενείο του χωριού. Εκεί, έπινε τη θάλασσα ολόκληρη, όπως του έλεγε με δάκρια στα μάτια η Αριάδνη κάθε φορά που γύρναγε σπίτι μεθυσμένος.

Η θάλασσα, η μόνη που τον άκουγε να μονολογεί κάθε Σάββατο που έβγαινε με τη βάρκα για ψάρεμα, με μηδενικό αποτέλεσμα κάθε φορά.

Η Ανδρομάχη τον σιχαινόταν. Πίστευε ότι ήταν το χειρότερο πρότυπο για τα παιδιά του και ότι έπρεπε η αδελφή της να τα πάρει και να φύγουν όσο πιο μακριά γίνεται από αυτόν. Δεν είχε παντρευτεί ποτέ και είχε αφοσιωθεί στο να βοηθάει την Αριάδνη σε όλες τις πτυχές της ταλαιπωρημένης της ζωής. Η μοναχικότητα της δεν ήταν από επιλογή. Ήταν από λάθος επιλογές όμως… που την έφεραν στο σημείο να σιχαθεί τους άντρες. Δεν είναι εύκολο να κουμαντάρεις μια δυναμική γυναίκα. Ελάχιστοι μπορούν και ακόμα λιγότεροι αντέχουν να βλέπουν τον ανδρισμό τους να μειώνεται από ένα θηλυκό. Αδυνατούν να το διαχειριστούν και τελικά εγκαταλείπουν. Κάθε φορά που τσακώνονταν με τον γαμπρό της, αυτός την αποκαλούσε γεροντοκόρη και ανέραστη. Ήξερε που πονάει και εκεί ακριβώς έχωνε το μαχαίρι του. Κατάφερνε να τη κάνει να φεύγει έξαλλη και να πηγαίνει στο μοναχικό της σπίτι, να κλείνει τη πόρτα και να κλαίει με αναφιλητά στη κουνιστή πολυθρόνα του σαλονιού της. Μόνο εκεί ηρεμούσε. Μόνο εκεί ένιωθε ότι νανουρίζεται, όπως όταν ήταν η ίδια μωρό.

Μόνη της…. ανεξάρτητη, όπως πάντα.

Η Αριάδνη ήταν από τις πιο καλές οικοδόμους. Είχε, ικανότατα, χτίσει έναν πελώριο τοίχο μπροστά της και δεν άφηνε τίποτα να την ακουμπήσει. Η άμυνα του κάστρου της ήταν τόσο γερή, που ενώ πολλές φορές τα χτυπήματα που δεχόταν από τον εχθρό δημιουργούσαν ρωγμές, αυτή έτρεχε αμέσως να τα ασβεστώσει και να μην αφήσει ούτε ίχνος φωτός να περάσει. Δεν ήθελε να δει πάνω από αυτόν.. ήθελε απλά να αισθάνεται ασφαλής μέσα στον ίδιο της τον εγκλεισμό. Ο πρίγκιπας της ερχόταν κάποιες φορές στο παράθυρο και γλυκά τη φιλούσε και τη χάιδευε αλλά μετά.. άκουγε το θόρυβο της θάλασσας να δυναμώνει και να έρχεται σαν παλλοίρια να σκεπάσει τα πάντα. Σε αυτή τη θάλασσα βούταγε πάντα αυτός και αυτή η ίδια θάλασσα τον έπαιρνε από κοντά της. Τον ρουφούσε σα να τον έπινε. Όπως αυτός…το ποτό.

Όπως το ποτό…τη ψυχή του!!

Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα, είπε η Αριάδνη καθώς τελείωνε το παραμύθι που διάβαζε στα κορίτσια. Είχαν καθίσει μπροστά στο τζάκι, είχαν όλες σκεπαστεί με μια κουβέρτα και οι δύο πια μικρές κοπελίτσες του δημοτικού άκουγαν με ευλάβεια τη μαμά τους να τους διηγείται ιστορίες..άλλοτε γραμμένες και άλλοτε φτιαγμένες στο μυαλό της. Μαύρη σελίδα ήταν η ίδια σκιά που καθόταν λίγο πιο πέρα, διαβάζοντας την εφημερίδα του και πίνοντας το ποτήρι το κρασί που το είχε σαν αγίασμα. Το μπουκάλι δε βρισκόταν στη θέση με τα άλλα ποτά. Ήταν πιστός φύλακας του. Ακριβώς στα πόδια του, για να τον εξυπηρετεί πάντα, γρήγορα και αποτελεσματικά. Το κουδούνι χτύπησε και το ένα κορίτσι σηκώθηκε να ανοίξει την πόρτα. Την ώρα που κατέβαζε το χερούλι της, αισθάνθηκε ένα δυνατό χτύπημα στο αριστερό της μάγουλο. Ήταν η πλευρά που είχε και το σημάδι στο αυτί. Η τυχερή της. Ο πατέρας της είχε σηκωθεί οργισμένος, ρίχνοντας τον αγιασμό του κάτω, απλά για να χαστουκίσει τη μικρή του κόρη που άνοιξε τη πόρτα χωρίς να ρωτήσει ποιος είναι. Ακολούθησε ένα μικρό κενό όπου βλέμματα μίσους, απορίας και εκνευρισμού πλανιόνταν στον αέρα. Η Ανδρονίκη πήρε αμέσως αγκαλιά τη μικρή, εκείνος πήγε να γυρίσει να φύγει αλλά τότε έγινε κάτι απρόβλεπτο. Η μικρή ξέφυγε από τη θεία της, έτρεξε κατά πάνω του και τον τράβηξε από το φαρδύ πουκάμισο του. Τον κοίταξε στα μάτια, τόσο βαθιά, τόσο διαπεραστικά που τον έκανε να δακρύσει ασυναίσθητα και του είπε ότι ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που σήκωσε χέρι πάνω της.

Για αυτήν, εκείνη τη στιγμή ο πατέρας της πέθανε. Δεν ήταν το χαστούκι που τη πόνεσε. Ήταν το χαστούκι που τη ξύπνησε και αποφάσισε ότι πρέπει να ξεφύγει από όλο αυτό το σιχαμένο θέατρο του παραλόγου. Ορκίστηκε σιωπή απέναντι του και δυστυχώς για αυτόν, δεν ήταν παιδικό τερτίπι. Ήταν η βασανιστική καθημερινότητα του.

Ξεκάθαρα φαινόταν ποια είναι η δυναμική κόρη και ήταν ακόμα πιο ξεκάθαρο ότι ο ίδιος άρχισε να χάνει έδαφος από νωρίς.

Η μαμά έπλενε τα πιάτα, η κόρη τα σκούπιζε και τα έβαζε στο ντουλάπι, η Ανδρομάχη μίλαγε στο τηλέφωνο και ο πατέρας ήταν στην αγαπημένη του γωνιά. Τις έβλεπε όλες να ασχολούνται με κάτι και αναρωτιόταν αν ήταν ευτυχισμένες που βρίσκονταν μαζί του στο ίδιο δωμάτιο, στο ίδιο σπίτι..στην ίδια ζωή. Αρνητικές σκέψεις άρχισαν να περνάνε από το μυαλό του και αποφάσισε ότι η καλύτερη λύση να τις ξεβγάλει, ήταν μια ακόμα γερή γουλιά κρασί. Ευτυχώς που έπινε αυτό το ποτό και όχι άλλο πιο δυνατό γιατί την επόμενη μέρα μπορούσε και δούλευε κανονικά χωρίς να έχει προβλήματα. Τα παιδιά του πια τελείωναν το σχολείο. Πώς περνάνε τα άτιμα τα χρόνια, σκέφτηκε. Πως γερνάει ο άνθρωπος…πως καταντάει.

Τραγική ειρωνία ο καθρέφτης απέναντι του

Η μικρή πάει να σκουπίσει το τελευταίο πιάτο, της γλιστρά από τη πετσέτα και πέφτει κάτω. Έγινε χίλια κομμάτια που σκόρπισαν παντού και ο κρότος που προκάλεσε τον επανέφερε αυτόματα στην ωμή του πραγματικότητα.

Σιωπή…και μόνο βλέμματα πάλι. Φόβου περισσότερο αυτή τη φορά, γιατί ήξεραν τη συνέχεια.

Σαν μαινόμενος ταύρος σηκώθηκε απότομα από τη καρέκλα, πλησίασε τη κουζίνα, έσπρωξε με τα πόδια του τα σπασμένα γυαλιά με δύναμη προς το μέρος τους και ξεκίνησε το κατσάδιασμα. Τις είχε πλησιάσει τόσο πολύ που μπορούσε να τις μεθύσει με την ανάσα του. Βρώμαγε ποτό και τσιγάρο. Η μικρή ξεκίνησε να κλαίει, η Αριάδνη συνέχισε να σκουπίζει με σκυφτό το κεφάλι σαν υποταγμένη και η Ανδρομάχη από την άλλη άκρη μιλούσε έντονα με κάποιον στο τηλέφωνο χωρίς να δίνει τη πρέπουσα σημασία στο συμβάν. Η τσιρίδα της μικρής με το σημάδι στο δεξί αυτί καθώς και η φράση που ξεστόμισε, συνοδεύτηκε από το άνοιγμα της πόρτας του σπιτιού και την Ανδρομάχη να λέει στο ακουστικό «σε παρακαλώ, μη το κάνεις».

Στη κουζίνα ακούστηκε δυνατά η φωνή της να λέει «Σε μισώ». Η αδελφή της καθόταν στη πόρτα με τα κλειδιά στο ένα χέρι και το κινητό της τοποθετημένο στο αριστερό της αυτί και το μόνο πράγμα που είπε, αφού κοίταξε περιμετρικά όλους και η ματιά της κατέληξε στην Ανδρομάχη ήταν μόνο τρεις λέξεις.

«Θα το κάνω»!!!

Χωρίς να πει κουβέντα, ανέβηκε τις ξύλινες σκάλες που οδηγούσαν στο δωμάτιο της, έβγαλε κάτω από το κρεβάτι της μια βαλίτσα που την είχε από πριν έτοιμη, την πέρασε στους ώμους, κατέβηκε τα σκαλιά με δυνατό και επιβλητικό βήμα και ενώ κάθισε ακριβώς μπροστά του, απευθύνθηκε στις γυναίκες του σπιτιού. “Σε λυπάμαι”, είπε στη μητέρα της, “φύγε μακριά έλα να με βρεις ” είπε στην αδελφή της και στην Ανδρομάχη, είπε ένα μεγάλο ευχαριστώ και να τις προσέχει. Αυτόν, τον κάρφωσε στα μάτια (όπως συνήθιζε να κάνει), έμεινε εκεί για μερικά δευτερόλεπτα και έπειτα τις αγκάλιασε και έφυγε σαν να περπάταγε στο διάδρομο της φυλακής που ελευθερώνονται οι κρατούμενοι. Ήρεμη, δυνατή και ελεύθερη.

Μέσα της όμως έκλαιγε, όχι για αυτήν…αλλά για αυτούς που άφηνε πίσω!!

Οι κυλιόμενες σκάλες ξεκίνησαν να λειτουργούν μόλις πάτησε το πόδι του στο πρώτο σκαλί. Καθώς ανέβαινε παρατήρησε το προσωπικού του πλοίου να τον κοιτάει περίεργα. Στην αρχή δε καταλάβαινε τί συνέβαινε μέχρι που μπήκε στο συνηθισμένο σαλονάκι του πλοίου. Ο μπλε καναπές με τα μαξιλάρια, δίπλα στο μεγάλο παράθυρο ήταν άδειος. Πώς είναι δυνατόν να είναι αυτός πρώτος αφού πάντα τον πετύχαινε μέσα. Τον χαιρετούσε, καθόταν απέναντι του, έπινε μια γουλιά από τον καφέ που του έφτιαχνε η γυναίκα του, και ξεκίναγαν τη κουβέντα. Μα που είναι?

Στο σπίτι επικρατεί απόλυτη ησυχία. Μοιάζει ερημωμένο και άδειο. Σε μερικά σημεία, ιστοί από αράχνες είχαν δημιουργήσει διαδρόμους θανάτου για οποιοδήποτε έντομο τόλμαγε να περάσει από εκεί, η σκόνη ήταν διακριτή ακόμα και στα πιο ευδιάκριτα σημεία και οι κουρτίνες έκρυβαν το μοναδικό πράγμα που έδινε ζωή σε αυτό το χώρο, το φως. Εκείνος, καθισμένος στον βρώμικο πια καναπέ, μαραζωμένος κοίταγε το κενό. Είχε γύρει το κεφάλι του πάνω σε ένα σκονισμένο μαξιλάρι και είχε σκεπαστεί με μια κουβέρτα για να νικήσει το κρύο που διαπερνούσε το κορμί του. Την ίδια κουβέρτα που πρόσφερε ζεστασιά στη γυναίκα και τα παιδιά του όταν, γεμάτοι με αγάπη, διάβαζαν παραμύθια μπροστά στο τζάκι. Τώρα έμοιαζε με κουρελού. Μύριζε ποτό και νικοτίνη.

Η ησυχία ήταν νεκρική….όπως ένιωθε κι αυτός μέσα του.

Δύο τετράγωνα παρακάτω είχαν χαρές. Μπορεί η περίοδος να μην επέτρεπε γιορτές και πανηγύρια, όμως τη χαρά πρέπει να τη μοιράζεσαι. Η Ανδρομάχη της χάιδευε το σημάδι στο δεξί της αυτί και με δάκρυα στα μάτια της έλεγε πόσο περήφανη ήταν που πήρε το πτυχίο της. Τελείωσε παιδαγωγός και ετοιμαζόταν να ανοίξει τα φτερά της για την πόλη, μιας και εκεί οι δουλειές ήταν περιορισμένες. Η παραμονή μαζί με τη θεία της τη βοήθησε να ορθοποδήσει και να συγκεντρωθεί σε ένα και μόνο σκοπό. Να γίνει αυτόνομη, να αποκτήσει πυγμή και δυναμισμό. Δε θα μπορούσε να είχε καλύτερο πρότυπο από την Ανδρομάχη. Σε ανοιχτή ακρόαση ήταν η αδελφή της που της έδινε τα συγχαρητήρια από μακριά, μιας και σε λίγο θα είχε συνεδρία με πελάτη. Ήταν από τους καλύτερους ψυχολόγους στη πόλη που ζούσε με τον σύντροφο της. Το χρώμα των ρούχων τους ήταν το μοναδικό που μαρτυρούσε το δράμα που πέρναγαν εκείνη τη στιγμή.  Ήταν το μοναδικό που τους θύμιζε τον άδικο θάνατο της Αριάδνης.

Πέθανε από στεναχώρια. Είχε σταματήσει να τρώει, να μιλάει, να γελάει, να ζει. Τη τελευταία φορά που την είδαν ήταν δύο μέρες πριν, όταν ο γιατρός τους είπε να πάνε σπίτι να την αποχαιρετήσουν.

“Μακάρι να είχα τη δύναμη να αλλάξω το παρελθόν..μακάρι να μπορούσα να μας δέσω σαν οικογένεια. Δε τα κατάφερα.  Συγνώμη για όλα.. σας αγαπώ περισσότερο κι από τη ζωή μου”, ήταν τα τελευταία της λόγια προς τις κόρες της.

Ο άντρας της καθόταν ακουμπισμένος στο προσκέφαλο της πόρτας του δωματίου και κοίταζε με μάτια δακρυσμένα αμίλητος.

“Δεν είσαι κακός άνθρωπος.. έχεις καλή ψυχή. Δυστυχώς πνίγηκες στην ίδια σου τη θάλασσα και μας παρέσυρες σε αυτή τη δύνη. Λάθος μου, αλλά πίστευα ότι θα τα καταφέρεις. Νόμιζα ότι ήσουν δυνατός. Το στήριγμα όλων μας. Το θεμέλιο του σπιτιού μας. Δε πειράζει.. φτάνει που τώρα κατάλαβες. Η αγάπη τα διορθώνει όλα. Έτσι δεν είναι;” Αυτός έγνεψε καταφατικά και προσπάθησε να της πει κάτι αλλά δε πρόλαβε. Είχε ήδη ξεψυχήσει.

Φώναζε με όση δύναμη του είχε μείνει «συγνώμη» αλλά κανένας δεν ήταν εκεί να την ακούσει, πόσο μάλλον να τη δεχτεί. Η θάλασσα αντανακλούσε το είδωλο του και καθώς τον παραμόρφωνε, αυτός αντιλαμβανόταν πώς είχε καταντήσει. Αντίκρισε επιτέλους τους φόβους και τις αδυναμίες που έκρυβε βαθιά μέσα του όλα αυτά τα χρόνια. Κοίταξε στα μάτια το τέρας στο οποίο είχε μεταμορφωθεί και το απομυθοποίησε. Ένα τίποτα ήταν τελικά. Ένας άντρας που έχανε ολοένα την αξία του ανδρισμού του με κάθε γουλιά κρασί που έπινε. Πράγματι δεν ήταν κακός άνθρωπος. Τα παιδιά του τα λάτρευε, δούλευε σκληρά για να έχουν τα πάντα και η γυναίκα του ήταν ίσως ο μόνος άνθρωπος που εκτιμούσε περισσότερο στη ζωή του. Δυστυχώς δε βρήκε ποτέ τον τρόπο να τους το δείξει. Η λαίλαπα του ποτού ήταν τόσο σαρωτική στο πέρασμα της, που διάβρωνε οποιαδήποτε σχέση προσπαθούσε να χτίσει μαζί τους.

Πόσο αργά ήταν πια..

Πλησίασε το πρόσωπο του κι άλλο στην επιφάνεια της θάλασσας μέχρι που τελικά έπεσε μέσα. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που ένιωθε ολοκληρωμένος. Ήξερε ότι τα παιδιά του ήταν καλά και ευτυχισμένα με ανθρώπους που τα αγαπάνε, δεν είχε αφήσει καμία εκκρεμότητα και επιτέλους θα ζήταγε αυτή τη συγνώμη στον άνθρωπο που του στάθηκε μέχρι τη τελευταία του πνοή. Θα συναντούσε πάλι εκείνη και θα της έδινε ότι της στέρησε μια ολόκληρη ζωή. Αυτό που θα διόρθωνε τα πάντα..

 Αγάπη!!

Ένιωσε να κλαίει αλλά δεν ήξερε αν ήταν από χαρά ή λύπη. Ήξερε όμως ότι τα δάκρυα μες το βυθό, δεν έχουν νόημα. Κοίταξε ψηλά, είδε το φως πώς δίνει ζωή ακόμα και στον πιο σκοτεινό βυθό και έκλεισε τα μάτια του.

Για τελευταία φορά…

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Chapter 17 (ΑΠΥΘΜΕΝΗ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ)

Add yours

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: