Chapter 16 (ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΜΑΣ)

Κρυμμένος πίσω από δυο κάδους σκουπιδιών και έναν ανακύκλωσης έβλεπε το μαύρο αμάξι να πλησιάζει όλο και πιο κοντά του. Δεν ήθελε να βγει ακόμα γιατί δε μπορούσε να καταλάβει πως είχε μπλέξει σε όλο αυτό και ποιος ήταν ο εγκέφαλος της περίεργης αυτής υπόθεσης. Ο άντρας που του μίλησε στο τηλέφωνο του έδωσε ραντεβού σε εκείνο το σημείο για να του πει όλη την αλήθεια. Το αμάξι είχε σχεδόν φτάσει μπροστά από τους κάδους και πάνω που κούμπωνε το μπουφάν του για να βγει έξω, είδε ένα διαφορετικό αυτοκίνητο από την άλλη πλευρά να πλησιάζει και να παίζει με τα φώτα του. Ξαναέσκυψε το κεφάλι, με τα χίλια ζόρια γιατί η μυρωδιά του είχε φέρει εμετό όμως τώρα τα πράγματα έμπλεκαν ακόμα περισσότερο. Από τη μια πλευρά ήταν αυτός που υποτίθεται του έκλεισε το ραντεβού. Από την άλλη ποιος ήταν?

Το δεύτερο αμάξι σταμάτησε και άνοιξε η πόρτα. Δε μπορούσε να δει καθαρά πρόσωπο όμως παρατήρησε κάτι που του έκανε φοβερή εντύπωση. Φόραγαν τα ιδία ακριβώς παπούτσια με αυτόν που κατέβηκε. Πράσινα Asics δε φοράει και πολύς κόσμος!!

Δώδεκα μήνες πριν

Καθισμένος στη συνηθισμένη καφετέρια μαζί με τους λιγοστούς φίλους του έπινε την καθιερωμένη μπύρα του. Μια παγωμένη “Μάμος” ήταν βάλσαμο κάθε φορά που ήθελε να ξεφύγει από τη καθημερινότητα της δουλειάς του και για όλους τους ήταν μια ιεροτελεστία να βρίσκονται, να κουτσομπολεύουν τους γύρω και να συζητάνε για τα διάφορα που τους συνέβαιναν στη δουλειά. Ο ίδιος δούλευε τηλεφωνητής σε εταιρία τηλεφωνικού καταλόγου οπότε καθημερινά είχε άπειρο υλικό να σχολιάσει. Πάντα ξεκίναγε τη φράση του λέγοντας ότι τελικά “ ο κόσμος έχει μεγάλο προβλημα”. Τα άτομα που σύχναζαν στη συγκεκριμένη καφετέρια ήταν πάνω κάτω γνωστά. Τα πυρόξανθα, μακριά μπουκλωτά μαλλιά ανήκαν σε μια κοπέλα στο γωνιακό τραπέζι απέναντι τους που δεν την είχαν ξαναδεί. Όταν δε τα τράβηξε προς τα πίσω και τον κοίταξε με τα μάτια της που λαμπύριζαν σαν θησαυρός μέσα στη θάλασσα, του κόπηκε η ανάσα. Η επόμενη μπύρα που ήπιε ήταν δωρεάν. Όχι γιατί ήταν συχνός πελάτης και έπρεπε να τον ευχαριστήσει το αφεντικό. Ήταν κέρασμα από αυτήν.

Όμορφη, τολμηρή και ξέρει τί θέλει. Το επόμενο βήμα ήταν δικό του.

Εννιά μήνες πριν

Το σπίτι του δεν ήταν πολύ μεγάλο όμως ήταν καλοφτιαγμένο και με εκλεπτυσμένο γούστο. Δεν είχε συμβάλει ούτε στο ελάχιστο σε αυτό ο ίδιος αλλά η φλογερή γυναίκα που έμενε μαζί του ήξερε πως να κρατάει το σπίτι σε ένα επίπεδο. Ήταν από τις γυναίκες που δε χρειάζεται να πεις πολλά για να καταλάβουν. Έμπαινε κατευθείαν στο νόημα απλά με ένα βλέμμα του. Δεν ασχολιόταν με μικροπρέπειες και κατινιές και του φερόταν άψογα. Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, είχαν μετακομίσει σπίτι του και με τον τρόπο της είχε αναλάβει να φέρνει εις πέρας τα πάντα. Από τη πληρωμή όλων των λογαριασμών του σπιτιού του μέχρι και τα ρούχα που θα φόραγε. Της άρεσε να τον φροντίζει τόσο που να αισθάνεται βασιλιάς και ήξερε ακριβώς πως να το καταφέρει. Είχε φτάσει σε σημείο να απαντάει η ίδια σε μηνύματα φίλων του στο κινητό, μιας κι αυτός βαριόταν να ασχοληθεί πλέον και πολλές από τις αναρτήσεις του στο facebook γίνονταν από αυτή.

Αν τον παρομοίαζε κάποιος με καράβι, σίγουρα αυτή το έσερνε!!

Έξι μήνες πριν

Όταν χτύπησε το κουδούνι και άνοιξε η πόρτα υπήρξε μια στιγμή αμηχανίας που κράτησε μόνο κάτι δευτερόλεπτα. Ήταν η στιγμή που φέρνει ο γιος τη κοπέλα που έχει επιλέξει για γυναίκα του προς έγκριση από τους γονείς. Το σκαναρισμένο βλέμμα της μάνας σε αντίθεση με το περήφανο του πατέρα που ενέκρινε με τη μια μιας και η κοπέλα ήταν εκθαμβωτική, άφησε ενός λεπτού σιγή, την οποία έσπασε η αυθόρμητη κίνηση της να τους αγκαλιάσει και τους δυο και να τους φιλήσει σταυρωτά, σα να τους ήξερε χρόνια πριν. Ήξερε πως να προκαλεί τις εντυπώσεις και ηθελε να πετύχει τις καλύτερες..και τα κατάφερε. Το σπίτι ήταν αρκετά μεγάλο και φαινόταν ότι διαθέτει και αρκετά πατώματα. Τα χρήματα δε κρύβονται όσο καν το θες. Αυτός ήταν και ο φόβος της μάνας του. Μη βρεθεί καμία καπάτσα και του τα πάρει όλα. Δε του είχε και απόλυτη εμπιστοσύνη αφού ήξερε ότι απλά ήθελε να περνάει καλά χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Όταν πρωτόμαθε ότι ήταν έγκυος δεν είχαν ούτε μια μπουκιά ψωμί να φάνε. Ευτυχώς το αφεντικό του άντρα της τον εμπιστευόταν απόλυτα και τον είχε δεξί του χέρι. Δεν είχε ο ίδιος οικογένεια οπότε τον θεωρούσε αδελφό του. Σε αυτόν άφησε και όλη του τη περιουσία πεθαίνοντας, όταν ο γιος του είχε φτάσει πια δημοτικό. Από εκείνα τα χρόνια και μετά η ζωή τους άλλαξε οριστικά προς το καλύτερο. Τη δουλειά στο τηλεφωνικό κατάλογο, την είχε βρει μέσω της μάνας του, για να καταλάβει πόσο δύσκολα βγαίνουν τα χρήματα. Θα μάθαινε τη δύσκολη πλευρά της ζωής για να εκτιμήσει περισσότερο όλα αυτά που είχαν καταφέρει οι ίδιοι.

Πολλά είχαν καταφέρει να του προσφέρουν και πολλά να του κρύψουν.

Τρείς μήνες πριν

Το τηλέφωνο στο κεντρικό σαλόνι του σπιτιού χτυπούσε ασταμάτητα και κανένας δε το σήκωνε. Ύστερα από δέκα ενοχλητικά χτυπήματα, ακούστηκαν γρήγορα βήματα από τακούνια και η γυναίκα του σπιτιού επιτέλους το απάντησε. Έπρεπε να κατέβει στο κέντρο της πόλης να διευθετήσει μια δουλειά εκ μέρους του άντρα της μιας και αυτός έλειπε στο γραφείο και ο χρονος του ήταν περιορισμένος. Την εκνεύριζε όταν της χάλαγαν το πρόγραμμα ξαφνικά αλλά από την άλλη, η δουλειά είναι δουλειά και πρέπει να γίνεται.

Έριξε κάτι πρόχειρο πάνω της, μπήκε στο αμάξι της και ξεκίνησε για το κέντρο. Η κίνηση στη πόλη ήταν ανυπόφορη, το ίδιο και η ζέστη. Ευτυχώς το air condition το είχε φτιάξει τη προηγούμενη εβδομάδα ο άντρας της οπότε μπορεί να την ενοχλούσε που περίμενε σχεδόν καθηλωμένη μέσα στο αμάξι αλλά τουλάχιστον ήταν άνετα. Κοιτώντας από το παράθυρο του οδηγού, είδε κάτι που της τράβηξε τη προσοχή. Ένα ζευγάρι γόβες που είχε σταμπάρει σε ένα μαγαζί και ήθελε απεγνωσμένα να της αγοράσει. Τις φόραγε μια κοπέλα με υπέροχα πόδια που μάλιστα παρατήρησε ότι τις περπατούσε και υπερβολικά άνετα και σαγηνευτικά. Όταν το βλέμμα της ανέβηκε πιο πάνω η κοπέλα με τα πυρόξανθα μαλλιά της φάνηκε υπερβολικά γνωστή, πόσο μάλλον και ο νεαρός που ήταν δίπλα της. Άνοιξε το παράθυρο και άρχισε να τους φωνάζει να έρθουν προς το μέρος της αλλά παρόλο που ήταν αρκετά κοντά, το ζευγάρι φάνηκε σα να επιτάχυνε το βήμα και να εξαφανίστηκε μέσα σε ένα στενάκι.

Της φάνηκε περίεργο που ο γιος της δεν αντέδρασε καν ενώ φάνηκε πως την είδε. Μπορεί να βιαζόντουσαν και να μη την άκουσαν. Μπορεί να συζήταγαν κάτι σοβαρό και να ήταν αφοσιωμένοι σε αυτό. Επειδή δε μπορούσε να μείνει με την απορία, πήρε στα χέρια το κινητό της και πάτησε τον δεκαψήφιο αριθμό του γιου της. Τα μάτια της θόλωσαν και ο λαιμός της ξεράθηκε τελείως όταν στην ερώτηση της που ήταν, ο ίδιος απάντησε ότι βρισκόταν στη δουλειά και δε μπορούσε να μιλήσει εκτός αν ήταν κάτι επείγον.

Τίποτα επείγον αγάπη μου, απλά ήθελα να δω τί κάνεις”. Του είπε και στην απάντηση του ότι θα τη πάρει σε μια ώρα που σχολάει, αυτή έκλεισε το τηλέφωνο, έβγαλε φλας δεξιά και αποφάσισε ότι η δουλειά που είχε να κάνει έπρεπε να περιμένει.

Κάτι δε πήγαινε καλά εδώ!

Ένα μήνα πριν

Από το πρωί φαινόταν ότι τα πράγματα δε πήγαιναν όπως ήθελε. Είχε τα γενέθλια του και κανένας δε του έδειξε ότι τον σκέφτηκε. Λίγα μηνύματα στο facebook, κανένα προσωπικό τηλέφωνο, ούτε καν η γυναίκα του πια, που ενώ το πρωί έφυγε νωρίτερα από αυτόν, δε του έγραψε στο χαρτάκι που έχουν πάνω στο πάγκο ένα «χρόνια πολλά άντρα της ζωής μου», όπως συνήθιζε να τον λέει.( το χαρτάκι αυτό μόνιμα είχε ένα μήνυμα της, άλλοτε γλυκό, άλλοτε πικρόχολο, άλλοτε με τις δουλειές που έπρεπε να κάνει και άλλοτε σεξουαλικό. Το τελευταίο ειδικά ήταν και το αγαπημένο του, μιας και ήξερε ότι το βράδυ η έκπληξη θα ήταν αυτή που του άρεσε.. το κορμί της). Σήμερα όμως τίποτα. Το χαρτάκι ήταν κενό. Ούτε μια καλημέρα. Ακόμα και στη δουλειά, κανένας συνάδελφος δε φάνηκε να θυμάται τα γενέθλια του. Μόνο όταν τους κέρναγε ένα γλυκό, του έλεγαν όλοι ένα ξερό χρόνια πολλά και επέστρεφαν στη ρουτίνα τους.

Το απόγευμα γύρισε σπίτι πλήρως απογοητευμένος. Οι φίλοι του αρνήθηκαν να πάνε για μπύρα στη γνωστή καφετέρια οπότε μόνος πλέον αγόρασε ένα μπέργκερ και άρχισε να το τρώει στο τραπέζι του καθιστικού. Ενώ έπαιζε ένα παιχνίδι στο κινητό του, ήρθε μήνυμα από τη γυναίκα του. Του ζήτησε να έρθει στο σπίτι των γονιών του γιατί η μητέρα του δεν αισθανόταν πολύ καλά και είχει πάει και η ίδια εκεί να δει αν χρειάζεται κάτι. Πέταξε το μπέργκερ που έτρωγε και χωρίς δισταγμό μπήκε στο αμάξι και ξεκίνησε για το πατρικό του. Μόλις έφτασε, είδε απέξω ότι το μοναδικό φως του σπιτιού που ήταν αναμμένο ήταν στο κεντρικό δωμάτιο των γονιών του. Έκανε εικόνα τη μητέρα του ξαπλωμένη στο κρεβάτι και γύρω της τον πατέρα και τη γυναίκα του. Στιγμιαία ένιωσε τύψεις που δεν ήταν εκεί νωρίτερα αλλά πως να το ήξερε? Και πως το έμαθε πρώτα η γυναίκα του; Χτύπησε το κουδούνι και η τη πόρτα άνοιξε ο πατέρας του. Με το που μπήκε μέσα, άνοιξαν τα φώτα του σπιτιού και από όλες τις πλευρές των δωματίων εμφανίστηκαν συγγενείς και φίλοι φωνάζοντας δυνατά χρόνια πολλά!!

Μπροστά από όλους ήταν η γυναίκα του, που τα είχε οργανώσει όλα κρατώντας ένα κουτί δώρο. Το είχε αγοράσει τρεις μέρες πριν αλλά το είχε αφήσει στο πατρικό του για να μη το δει και καταλάβει τίποτα. Αυτός το πήρε στα χέρια του, έσκισε με μανία του χαρτί περιτυλίγματος και άνοιξε το κουτί που βρισκόταν από κάτω. Τα μάτια του άστραψαν όταν είδε ότι του είχε αγοράσει το τελευταίο μοντέλο αθλητικών παπουτσιών Asics, σε πράσινο χρώμα.

Τα λάτρεψε από τη πρώτη στιγμή. Αυτό ήθελε και αυτή..

Μια εβδομάδα πριν

Το τραπέζι που είχε ετοιμάσει ήταν φανταστικό. Στρωμένο στην εντέλεια, τα φαγητά ήταν όλα τα αγαπημένα του και στο χαρτάκι το πρωινό που του αφήνει σημειώματα του είχε γράψει ότι του είχει μια έκπληξη. Πολλά έβαλε με το νου του όπως πρώτο και καλύτερο μια επικείμενη εγκυμοσύνη. Πάντα ήθελε να κάνει μια μεγάλη οικογένεια. Το δείπνο θα ήταν στις οκτώ το βράδυ οπότε σκέφτηκε μετά τη δουλειά να πεταχτεί από τους δικούς του να τους δει. Η πόρτα ήταν ήδη ανοιχτή γιατί ο πατέρας του ήταν έξω στον κήπο και κλάδευε ενώ η μητέρα του στη κουζίνα να μαγειρεύει. Μέσα στη εβδομάδα, πάντα είχαν μια μέρα για εκείνους. Έτσι κράτησαν το σπίτι τους με γερά θεμέλια και καμία κρίση δε τους χώρισε. Μπήκε μέσα και την είδε πίσω από το πάγκο να πλένει τα λαχανικά για τη σαλάτα. Γύρισε, τον είδε κλεφτά, του έστειλε ένα πεταχτό φιλί και του είπε να κάτσει να φάνε όλοι μαζί. Συνοφρυώθηκε όταν της απάντησε ότι το βράδυ του είχε δείπνο έκπληξη η γυναίκα του. Το ίδιο έκανε και αυτός όταν την είδε γιατί κατάλαβε ότι κάτι δε της άρεσε. Η μάνα του έκλεισε τη βρύση και με το μαχαίρι στο χέρι γύρισε και τον ρώτησε ψυχρά αν είναι ευτυχισμένος. Ο ίδιος χαμογέλασε αμήχανα και της απάντησε χωρίς ενδοιασμό ότι είναι πιο ευτυχισμένος από ποτέ. Όταν όμως τον ρώτησε η μητέρα του αν πραγματικά ξέρει τη γυναίκα του και το παρελθόν της, ο ίδιος κόμπλαρε. Όλα είχαν γίνει τόσο γρήγορα που ακόμα και αυτός δεν είχε δώσει σημασία σε αυτό. Έψαξε μέσα του να βρει την πιο σωστή απάντηση που ήθελε να ακούσει η μητέρα του και δε μπορούσε να τη βρει. Στην ουσία, ήξερε τη γυναίκα του ένα χρόνο που μπήκε στη ζωή του. Πριν από αυτόν το χρόνο, η ζωή της του ήταν παντελώς αγνωστη. Προς έκπληξη του, του είπε ότι σε λίγο καιρό τις απαντήσεις που θέλει θα τις είχε βρει η ίδια. Ο τρόπος που το είπε δεν άφηνε περιθώρια ούτε απορίας ούτε περαιτέρω αμφιβολίας.

Στο δρόμο προς το σπίτι σκαφτόταν όλα όσα του είπε η μητέρα του και προσπαθούσε να βρει ένα λόγο που του είχε κρατήσει μυστικό το παρελθόν της η γυναίκα της ζωής του. Δε μπορεί να ήταν τόσο χαζός. Κάποια δικαιολογία θα υπήρχε και θα τη μάθαινε στο δείπνο έκπληξη.

Τα κεριά ήταν αναμμένα και το φαγητό μύριζε υπέροχα. Αυτή ήταν καθισμένη στο τραπέζι με ένα ποτήρι λευκό κρασί στο χέρι και τον περίμενε. Όταν μπήκε μέσα, το βλέμμα του ήταν διαφορετικό από τις άλλες φορές και δε πέρασε απαρατήρητο.“Άργησες”, του είπε και αυτός απάντησε κοφτά “θέλω να μιλήσουμε”. Ήπιε μια μεγάλη γουλιά από το κρασί της, άφησε κάτω το ποτήρι, σταύρωσε τα πόδια της (με τρόπο που ήξερε ότι του άρεσε) και του είπε απλά, «σε ακούω λοιπόν” .

Το τηλέφωνο χτύπησε, λεπτά αφότου ξεκίνησε να μιλάει και πήγε μέσα στο σαλόνι να το σηκώσει, μιας και το ασύρματο δεν είχε μπαταρία, όπως του είπε η γυναίκα του. Στην απέναντι γραμμή ήταν μια άγνωστη αντρική φωνή που όταν κατάλαβε ότι μιλάει με τον ίδιο, του έδωσε ραντεβού σε μια εβδομάδα, σε ένα στενό στο κέντρο της πόλης για να του πει πράγματα που τον αφορούσαν άμεσα και ότι η ζωή του μπορεί να κινδύνευε ακόμα και απο την ίδια του τη γυναίκα. Έκλεισε το τηλέφωνο και φοβισμένος πια επέστρεψε στη κουζίνα. Δεν έπρεπε να πει τίποτα και σε κανένα.

Η γραμμή έκλεισε στη πραγματικότητα όταν ακούστηκε το δεύτερο κλικ, από το ασύρματο του σπιτιού.

Μια μέρα πριν

Το αφεντικό του σίγουρα δε θα ήταν ευχαριστημένο εκείνη την ημέρα. Οι πελάτες που έπαιρναν τηλέφωνο λάμβαναν τη μισή εξυπηρέτηση που θα έπρεπε να έχουν μιας και το μυαλό του βρισκόταν οπουδήποτε αλλού εκτός από εκεί. Μπορεί η πλύση εγκεφάλου που του είχε κάνει αυτή η γυναίκα να ήταν μεγάλη όμως τόσο η επιρροή της μητέρας του, τα λόγια αυτού του άντρα και οι όχι και τόσες πιστευτές απαντήσεις της τον έκαναν να χαθεί σε αυτές του τις σκέψεις χωρίς να μπορεί να επικοινωνήσει απόλυτα με το περιβάλλον. Είχε ακόμα άλλες τρεις ώρες δουλειά αλλά δε θα τις έβγαζε. Ήταν αδύνατο να κάτσει άλλο εκεί μέσα. Ήθελε να πάει σπίτι, να τη βάλει κάτω και να τη πιέσει να του πει όλη την αλήθεια. Γιατί να είχε τόσα μυστικά απέναντι του; Τι είναι αυτό που θέλει να του δείξει ο άγνωστος αυτός άντρας; Μήπως θα έπρεπε να μιλήσει στους γονείς του ή θα τους έμπλεκε σε έναν κυκεώνα με απρόβλεπτα αποτελέσματα; Μια εβδομάδα είχε περάσει και ακόμα κάνεις δε του είχε εξηγήσει τίποτα. Την επόμενη μέρα θα τα μάθαινε όλα. Έπρεπε να περιμένει. Ήταν γιος της μάνας του όμως οπότε δε μπορούσε να περιμένει να έρθει η λύση σε αυτόν. Θα την έβρισκε ο ίδιος.

Ξεκίνησε για το σπίτι του.

Πάρκαρε το αυτοκίνητο του λίγο πιο κάτω από τη συνηθισμένη θέση γιατί ένα αμάξι του την είχε πάρει. Μπορεί να ήταν ίδιο με το δικό του ακριβώς αλλά δεν του άνηκε. Σύμπτωση κι αυτή, σκέφτηκε. Βγήκε από το αμάξι και με το που έστριψε τη γωνία είδε τη γυναίκα του να χαιρετάει έναν άντρα, να τον φιλάει στο στόμα και να τον πηγαίνει σε αυτό το καταραμένο αμάξι. Αυτό ήταν!! Αυτό προσπαθούσε να του πει η μητέρα του. Αυτό μάλλον ήθελε να του πει και ο άγνωστος αυτός άντρας. Αλλά γιατί να κινδυνεύει; Και τελοσπάντων, γιατί έχουν μπλεχτεί τόσοι άνθρωποι; Κάπου τον ήξερε αυτόν. Του φαινόταν τρομερά γνωστή φυσιογνωμία αν και δε μπορούσε να τον ξεχωρίσει από μακριά που ήταν. Το γούστο της πάντως ήταν πάνω κάτω το ίδιο. Ένας άχρηστος που είχαν το ίδιο σκαρί και το ίδιο αμάξι. Αυτός βέβαια ήταν καλύτερος. Τουλάχιστον αυτό έλεγε μέσα του για να παρηγορηθεί κάπως. Το μήνυμα του προς αυτήν ήταν λιτό. “Δε θα έρθω σήμερα, θέλω να σκεφτώ για μας” και έκλεισε το κινητό του τελείως, χωρίς να δει τί θα του απαντούσε αυτή.

Μια ώρα πριν

Όλη μέρα σκαφτόταν τι θα κάνει. Πολλές πληροφορίες σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα. Στο ξενοδοχείο που έμενε είχε άπλετο χρόνο να δει τις επόμενες κινήσεις του. Αποφάσισε να πάει σπίτι και να της μιλήσει. Το κλειδί με το χρυσό χρώμα γύρισε στη κλειδαριά και η πόρτα άνοιξε. Ξεκλείδωτα ήταν οπότε σίγουρα θα ήταν μέσα. Αυτή, με ένα τσιγάρο στο στόμα, που πρώτη φορά έβλεπε να το κάνει, τον περίμενε στον καναπέ του σαλονιού. Αυτός, θέλοντας να το παίξει άνετος, περπάτησε μέχρι το μπαρ που είχαν τα ποτά και έβαλε ένα διπλό ουίσκι. Κάπως έπρεπε να ξεπεράσει το άγχος που τόσο δεξιοτεχνικά έκρυβε. Πήρε το ποτό του και κάθισε δίπλα της.

Τα ξέρω όλα της είπε και μη νομίζεις ότι θα το αφήσω έτσι”. Τα είπε αυτά και έβαλε το ποτήρι στο στόμα του όταν ξαφνικά βλέπει αυτή να σβήνει απαθέστατα το τσιγάρο της στο πάτωμα του σπιτιού του και με μια κίνηση έβγαλε από το μαξιλάρι πίσω της ένα όπλο. «Μερικές φορές θα ήταν καλό να μη χώνεις τη μύτη σου όπου να ναι«, του είπε. Καθώς σήκωνε το χέρι της με το όπλο για να τον σημαδέψει, τελείως ενστικτωδώς, αυτός της ρίχνει το ουίσκι στο πρόσωπο και μετά με δύναμη το ποτήρι στο κεφάλι. Η αδρεναλίνη του έδωσε απίστευτη δύναμη και με ένα σάλτο, πετάγεται προς τα πίσω και έτρεξε προς τη πόρτα. Η σφαίρα πέρασε ξηστά από το μάγουλο του και βρήκε τη κάσα της πόρτας. Δε κοίταξε καν πίσω του. Φορώντας τα αθλητικά που του είχε πάρει δώρο αυτή, έτρεχε χωρίς σταματημό, μιας και σε λίγη ώρα θα έπρεπε να πάει στο καθορισμένο ραντεβού που είχε με αυτόν τον άγνωστο άντρα.

Το στενάκι ήταν σκοτεινό προτού καν βραδιάσει. Αυτός που το είχε επιλέξει φαίνεται ότι το ήξερε καλά. Έφτασε πριν τη καθορισμένη ώρα και κοιτούσε συνέχεια το ρολόι του. Κοίταξε ψηλά και είδε ότι βρισκόταν στη πίσω πλευρά τον πολυκατοικιών των κεντρικών δρόμων, παράλληλα από αυτό το στενό. Σκέφτηκε προς τα που θα πήγαινε σε περίπτωση που έπρεπε να δραπετεύσει και είδε ότι αν ερχόταν από τη μια και τον απειλούσε με τον οποιοδήποτε τρόπο, θα έτρεχε με όλη του τη δύναμη προς την άλλη πλευρά. Ευτυχώς δεν ήταν αδιέξοδο. Ένα αυτοκίνητο πέρασε ξηστά από αυτόν και κάθισε δίπλα σε ένα σκουπιδοτενεκέ με την αγωνία μήπως ήταν αυτός που περίμενε αλλά οδηγός ήταν μια γριούλα που με το ζόρι δε τράκαρε και τους δυο καθρέφτες του αυτοκίνητου της. Εκεί του πέρασε από το μυαλό να κρυφτεί πίσω από τους κάδους και να περιμένει να δει ποιος θα έρθει, πως θα είναι και αν κουβαλάει κανένα όπλο. Ήδη αντιμετώπισε ένα από τη γυναίκα της ζωής του, δε θα το άντεχε και δεύτερη φορά.

Είκοσι θανατηφόρα, τόσο από την αγωνία όσο κι από τη βρώμα των σκουπιδιών, λεπτά πέρασαν και είδε να πλησιάζει ένα αυτοκίνητο πάλι. Αυτή τη φορά, το οδηγούσε άντρας και απ ότι κατάλαβε θα ήταν αυτός που περίμενε γιατί πήγαινε αρκετά αργά και κοίταζε περίεργα γύρω του. Κουμπώθηκε και πήγε να βγει από τη κρυψώνα του όταν ένα άλλο αμάξι εμφανίστηκε από την άλλη πλευρά παίζοντας με τα φώτα του. Δε μπορούσε να δει καθαρά αλλά το αμάξι αυτό έμοιαζε εκπληκτικά με το δικό του. Όταν άνοιξε δε η πόρτα και είδε τα πράσινα αθλητικά που φόραγε και ο ίδιος, ένιωσε ένα διαπεραστικό ρίγος στο κορμί του, χωρίς να ξέρει το λόγο. Ο άντρας από το πρώτο αμάξι βγήκε και πήγε προς το μέρος του κρατώντας στα χέρια του ένα φάκελο αρκετά φουσκωμένο. Έφτασαν σε σημείο που μπορούσε να τους βλέπει από το κενό που είχε δημιουργηθεί ανάμεσα στους κάδους και περίμενε να δει ποιοι είναι όλοι αυτοί. Η μοναδική λάμπα που είχε ο δρόμος και αυτή τρεμόπαιζε, όταν φώτισε το πρόσωπο του άντρα με τα πράσινα παπούτσια, η ανάσα του κόπηκε.

Ήταν σα να έβλεπε τον ίδιο του τον εαυτό. Έμοιαζαν σα δυο σταγόνες νερό.

Δεν άντεξε άλλο να κάθεται και να βλέπει. Σηκώθηκε απότομα και βγήκε από τη κρυψώνα του. Οι δυο άντρες τον κοίταξαν και έκαναν και οι δυο ένα βήμα προς τα πίσω σα να τρόμαξαν που τον είδαν. Ήταν πραγματικά σοκαριστικό να βλέπεις δυο ανθρώπους να είναι τόσο ίδιοι, τόσο σαν εμφάνιση όσο και στα ρούχα. Σα να βλέπεις το ίδιο άτομο. “Μπορεί κάποιος να μου εξηγήσει τι διάολο συμβαίνει εδώ”; ρώτησε αγχωμένα ο άντρας. Δε πρόλαβε να λάβει απάντηση όταν από το αυτοκίνητο του δίδυμου εαυτού του βγήκε μια κοπέλα με πυρόξανθα μαλλιά και στο χέρι της κρατούσε ένα όπλο που του φαινόταν οικείο. Τίναξε τα μαλλιά της προς τα πίσω και τα ψυχρά πλέον για αυτόν καταγάλανα μάτια της τον κοίταξαν θανατηφόρα, σημαδεύοντας τον για άλλη μια φορά.

«Σου είπα ότι μερικά πράγματα δεν είναι καλό να τα ψάχνεις«, του είπε με απαθέστατη ηρεμία και απελευθέρωσε το κουμπί του γεμιστήρα. Τα μάτια του έμειναν κλειστά γιατί πίστεψε ότι είχε έρθει η ώρα να πεθάνει. Όταν τα άνοιξε, δε πίστευε σε αυτό που έβλεπε. Η κοπέλα ήταν πεσμένη στο πεζοδρόμιο γεμάτη με αίμα που έτρεχε από τη κοιλιά της και ακριβώς πίσω της είδε μια γυναίκα κρατώντας ακόμα το όπλο παρατεταμένο φωνάζοντας σε όλους να μείνουν όπως ήταν. Η λάμπα μπορεί να τρεμόπαιζε αλλά αμφιβολία δεν υπήρχε καμία για το ποια ήταν. Τη γυναίκα αυτή την ήξερε πάρα πολύ καλά..γιατί ήταν η ίδια του η μάνα.

Τριαπέντε χρόνια πίσω, μια γυναίκα έκλαιγε χωρίς σταματημό έξω από ένα ορφανοτροφείο. Είχε δυο αγόρια δίδυμα και έπρεπε να πάρει μια τεράστια απόφαση. Να αφήσει ένα από τα αυτά γιατί δεν είχαν την οικονομική άνεση να ανταπεξέλθουν σε κάτι τέτοιο. Η επιλογή ήταν εντελώς τυχαία. Με δυσκολία άφησε τον πρώτο σε σειρά από την αγκαλιά της για να τον πάρει η υπεύθυνη του ιδρύματος. Έφυγε και δε κοίταξε ποτέ ξανά πίσω της. Ήταν μια απόφαση που πήρε με τον άντρα της και έπρεπε να μείνει σταθερή σε αυτή. Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα έγινε πιο σκληρή, πιο μαχητική, πιο ψυχρή. Έχτισε ένα τοίχο γύρω της γιατί έτσι πίστευε ότι θα επιβιώσει σε μια ζωή γεμάτη με τύψεις και θλίψη για αυτό που έκανε.

Όταν τους είδε να περιπατάνε στο δρόμο και να φεύγουν τρέχοντας χωρίς να της δίνουν τη παραμικρή σημασία και όταν κάλεσε το γιο της να μάθει που είναι και της είπε ότι ήταν ήδη στη δουλειά, έπρεπε να το ψάξει. Έβαλε ένα φίλο της που ήταν ιδιωτικός ερευνητής να μάθει τι συμβαίνει. Αυτός ήταν που άρχισε να της μιλάει για το παρελθόν της γυναίκας του γιου της καθώς και την εμφάνιση ενός ατόμου που είναι ολόιδιος με το γιο της. Τα ήξερε όλα αλλά ήθελε να μάθει το λόγο που έγιναν.

Εκδίκηση!! Ήθελε να αποκτήσει τη ζωή που είχε χάσει όλα αυτά τα χρόνια, αφαιρώντας τη ζωή σε αυτόν που έμμεσα του την έκλεψε. Θα τον σκότωνε και θα έπαιρνε τη θέση του, με την ίδια γυναίκα, μιας και αυτή ήταν στο κόλπο από την αρχή. Ενώ αυτός μεγάλωνε σε ανάδοχη οικογένεια, η ίδια ήταν ακόμα στο ορφανοτροφείο. Όταν μεγάλωσαν, πήγε, τη βρήκε και έφυγαν μαζί. Άφραγκοι και ταλαιπωρημένοι, έψαχναν τον τρόπο να αποκτήσουν χρήματα γρήγορα και εύκολα. Από τη στιγμή που γνώριζε την αλήθεια, έψαξε, βρήκε τους αληθινούς γονείς του και μαζί με αυτούς τον μισητό αδελφό του. Αυτός ήταν η απόλυτη λύση στο πρόβλημα τους. Θα τον έβγαζε από τη μέση αλλά με προσοχή και σωστή οργάνωση. Όλα θα πήγαιναν όπως τα είχε σχεδιάσει αν δε το έψαχνε η μάνα του παραπάνω. Θα είχε σκοτώσει τον φίλο ερευνητή, τον αδελφό του και θα καθόταν ο ίδιος στο θρόνο που τόσα χρόνια του είχαν στερήσει.

Η φωνή της ήταν διαπεραστική και απόλυτη. Είπε στο φίλο της να πάρει το γιο της και να φύγουν αμέσως. Πίσω έμεινε αυτή, ο δεύτερος γιος της και η αιμόφυρτη γυναίκα που ψυχορραγούσε. Πλησίασε το γιο της και μόλις έφτασε σχεδόν μια ανάσα μακριά του, κατέβασε το όπλο και του είπε ότι αν θέλει να σκοτώσει κάποιον, τότε πρέπει να είναι αυτή που τα προκάλεσε όλα αυτά. Ο αδελφός του δεν ήξερε και ούτε έφταιγε σε τίποτα. Του ζήτησε να ανοίξει τα χέρια του και του παρέδωσε το όπλο αφού πρώτα το είχε καθαρίσει με ένα μαντήλι που είχε περασμένο στο λαιμό της, αμέσως μετά τον πυροβολισμό της κοπέλας. “Τράβα τη σκανδάλη αν αισθάνεσαι ότι έτσι θα πάρεις την εκδίκηση σου για όλα όσα πέρασες”, του είπε κοιτώντας τον βαθειά στα μάτια.

Αυτός πήρε απότομα το όπλο, τη σημάδεψε στο μέτωπο και της είπε γεμάτος δάκρια στα μάτια. “Μου έφυγε πια ο θυμός, τώρα αισθάνομαι μόνο λύπη. Όχι για σένα, αλλά για μένα γιατί θα μπορούσα να το είχα διαχειριστεί αλλιώς αν ήξερα την αλήθεια. Συγγνώμη… μαμά …σε αγαπώ”. Ο κρότος του όπλου δεν ακούστηκε ποτέ μιας και είχε σιγαστήρα. Η κραυγή όμως της μάνας ήχησε σε ολόκληρο το τετράγωνο. Μόλις είχε βιώσει την αυτοκτονία του γιου της, μισό μέτρο από αυτήν. Το πρόσωπο και τα ρούχα της είχαν γεμίσει με το αίμα του παιδιού που μέσα της είχε συγχωρέσει για όλα όσα είχε κάνει, ξέροντας ότι δεν ευθυνόταν αυτός αλλά το μίσος που είχε μεγαλώσει μέσα του τόσα χρόνια. Ο ίδιος όμως δε μπόρεσε να συγχωρέσει τον εαυτό του και γι’ αυτό έβαλε ένα τραγικό τέλος.

Έτρεξε προς το αμάξι της με λυγμούς αλλά δεν είχε αλλά χρονικά περιθώρια. Έβαλε μπρος, κοίταξε από το καθρέφτη της μια τελευταία φορά το στενό, μιας και είχε παρκάρει στην αρχή του και επιτάχυνε για τη πόλη. Από ένα καρτοτηλέφωνο πέντε τετράγωνα πιο κάτω πήρε την αστυνομία και δήλωσε το συμβάν ανώνυμα και τους το έκλεισε. Άφησε πίσω ένα σκηνικό που θα φαινόταν ότι ήταν έγκλημα πάθους, μιας και το όπλο είχε μόνο τα δαχτυλικά αποτυπώματα του γιου της, με τη πρώτη σφαίρα να είχε σκοτώσει τη κοπέλα και τη δεύτερη αυτόν.

Ο άντρας της τη περίμενε σπίτι με φίλους που είχαν καλέσει, με δικαιολογία της απουσίας της ότι ήταν στο πάνω όροφο και ετοιμαζόταν γιατί δεν αισθανόταν πολύ καλά. Οπότε είχε σκεφτεί απο πριν να είχε και ένα ατράνταχτο άλλοθι σε περίπτωση που τα πράγματα δε πήγαιναν όπως έπρεπε. Μπήκε από τη πίσω πόρτα, καθάρισε το πρόσωπο της και μαζί με αυτό καθάρισε και το παρελθόν της γκρεμίζοντας πια οποιοδήποτε τοίχο είχε χτίσει. Ήρθε η ώρα να προχωρήσει στη ζωή της μια για πάντα. Κατέβηκε κάτω, χαμογέλασε σε όλους, φίλησε στο μάγουλο τον άντρα της, τον κοίταξε σα να του έλεγε ότι έχουν πολλά να πουν και καθώς πήγαινε στη κουζίνα να ετοιμάσει το δεύτερο γύρο ποτών, μιας και τον πρώτο τον είχε χάσει, έγραψε ένα μήνυμα στο κινητό της.

Η επιλογή σου μπορεί να έγινε τυχαία, όμως από εκεί και έπειτα δεν άφησα τίποτα στη τύχη του. Ήσουν είσαι και θα είσαι το αγοράκι μου, που αγαπώ πιο πολύ και από τη ζωή μου.. Ο μπαμπάς σου κι εγώ είμαστε εδώ να σου λύσουμε όλες τις απορίες και πάντα δίπλα σου, για όσο μας χρειάζεσαι”.

Αποστολή….. εστάλη.

Δευτερόλεπτα μετά, ακούστηκε ένας ήχος λήψης μηνύματος από κινητό και καθώς σήκωσε το βλέμμα της να δει από που έρχεται, είδε τον γιο της να κρατάει το τηλέφωνο του και να της κάνει νόημα να έρθει κοντά του για αγκαλιά. Έτρεξε, άνοιξε τα χέρια της και βυθίστηκε στα δικά του.

Επιτέλους, μετά από πολλά χρόνια, ένιωθε ανακουφισμένη!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: