Chapter 15 (ΘΟΡΥΒΩΔΗΣ ΣΙΩΠΗ)

Τα ονόματα στο πίνακα από τα κουδούνια δεν ήταν πολλά. Παρόλο που η πολυκατοικία ήταν σχετικά καινούρια, λίγοι είχαν επιλέξει να μείνουν σε αυτή. Ίσως γιατί τα διαμερίσματα ήταν αρκετά μεγάλα και η τιμή τους τσουχτερή. Όσοι μπορούσαν να ανταπεξέλθουν σε αυτό, χαίρονταν να βγαίνουν στο τεράστιο μπαλκόνι και να απολαμβάνουν τη θέα ολόκληρης της πόλης από ψηλά. Μπορεί να ήταν στο κέντρο, όμως ήταν η τελευταία πάνω στο μοναδικό λόφο της περιοχής, γεγονός μάλλον που την έκανε ακόμα περισσότερο απλησίαστη γιατί κανείς δε τόλμαγε ούτε καν να ρωτήσει πόσο μπορεί να του στοιχήσει το ενοίκιο. Από τα έξι τετραγωνάκια, μόνο τα τρία είχαν όνομα. Ο άντρας χτύπησε το πάνω πάνω δεξιά. Ένα φως άναψε και ο ήχος της πόρτας όταν ξεκλειδώνει ακούστηκε στιγμιαία. Αυτός μπορεί να μην τον άκουσε αλλά έσπρωχνε συνεχώς μέχρι να τη δει να ανοίγει.

Είχε περάσει μια εβδομάδα από τη τελευταία φορά που βρεθήκαν και είχαν πολλά να πουν ή μάλλον να δείξουν ο ένας στον άλλο.

Η πόρτα ήταν ανοιχτή και η κοπέλα τον περίμενε καθισμένη σε μια καρέκλα δίπλα από το γραφείο της. Όταν μπήκε μέσα, αμέσως σηκώθηκε και τον πλησίασε με ένα μεγάλο χαμόγελο και του έκανε νόημα χαιρετισμού. Ο ίδιος, πάλι με νοήματα, την ευχαρίστησε και της έδειξε ότι είναι πολύ χαρούμενος που τη βλέπει. Συνήθως, όταν έκανε συνεδρία με κάποιον πελάτη της, δε το θεωρούσε σωστό να παίζει μουσική από πίσω, όμως κάθε φορά που βρισκόταν με τον συγκεκριμένο, πάντα ακουγόταν σιγανά μια μελωδία. Της άρεσαν πολύ τα soundtracks από διάφορες ταινίες και έβαζε μόνιμα αυτά. Ήξερε ότι τον συγκεκριμένο δε θα τον ενοχλούσε καθόλου. Ίσα ίσα, το έκανε και επίτηδες για να ενεργοποιήσει ακόμα περισσότερο την ακουστική του, μιας και ο ίδιος δυσκολευόταν να ακούσει το οτιδήποτε, ως κωφάλαλος που ήταν.

Όταν οι γιατροί εξέτασαν το βρέφος, έντρομοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και ανήμποροι να το πιστέψουν, έπρεπε να ενημερώσουν τους γονείς του. Πως είναι δυνατόν να είχε κολλήσει ιλαρά μέσα σε ένα τέτοιο νοσοκομείο; Ένα από τα καλύτερα και τα πιο ακριβά της περιοχής. Αυτό θα προκαλούσε σκάνδαλο και φοβερή δυσφήμιση για όλους τους. Αποφάσισαν από κοινού ότι ο κίνδυνος να εκτεθούν κι άλλα μωρά σε αυτόν τον ιό ήταν μικρότερος από το να χάσουν τις δουλειές και το κύρος τους οπότε, σκαρφίστηκαν διάφορες ιατρικές δικαιολογίες ότι το μωρό χρειαζόταν να μείνει σε θερμοκοιτίδα, το έβαλαν σε καραντίνα και ενημέρωσαν τους γονείς ότι θα πρέπει να περάσει κάποιος καιρός για να μπορέσουν να το δουν και να το πάρουν σπίτι.

Το κακό όμως είχε ήδη γίνει.

Το μωράκι μπορεί να έγινε καλά και ο υψηλός πυρετός να ήταν πια παρελθόν, όμως όσο πέρναγε ο καιρός γινόταν ολοένα και πιο αντιληπτό ότι οι αντιδράσεις του στα εξωτερικά ερεθίσματα ήταν ελάχιστες. Σαν να μην αντιλαμβανόταν ότι κάτι γίνεται γύρω του, σαν να μην έδινε σημασία, σαν να μην άκουγε. Ο ιός της ιλαράς σε αυτή τη κρίσιμη ηλικία του προκάλεσε μεγάλο πρόβλημα στο ακουστικό νεύρο και έτσι προκλήθηκε κώφωση. Το μωράκι αυτό δεν ήταν δυνατό να αντιδράσει σε τίποτα γιατί απλούστατα δε το άκουγε και επειδή δε μπορούσε να δει καθαρά ακόμα, φαινόταν σα μην έχει επικοινωνία με τον έξω κόσμο. Η πραγματικότητα ήταν βέβαια κάπως έτσι. Στην απόλυτη σιωπή, δεν έχεις καμία επαφή με τα ακουστικά ερεθίσματα που σε κατακλύζουν καθημερινά οπότε και οι αντιδράσεις σου είναι μηδαμινες. Η νεκρική ησυχία έγινε ο καλύτερος φίλος άλλα και ο χειρότερος εχθρός του.

Κανένας δεν έμαθε τον πραγματικό λόγο που το έπαθε αυτό το παιδί. Ένα μυστικό που κράτησαν για πάντα κρυφό οι γιατροί που ήταν υπεύθυνοι για αυτό. Οι γονείς του ήταν εύποροι άνθρωποι και ζούσαν πλουσιοπάροχα. Δε τους χαρίστηκαν όμως τα λεφτά. Ο πατέρας του είχε εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας και η μητέρα του δούλευε σε αυτό σαν εργάτρια. Κάπως έτσι γνωρίστηκαν και μεταξύ τους αλλά αυτό δεν άλλαξε καθόλου τη θέση της μέσα εκεί. Εξήγησε στον άντρα της ότι μπορεί να είναι ανδρόγυνο όμως στη δουλειά, αυτός είναι το αφεντικό της. Η διαφορά ηλικίας ήταν κοντά στα είκοσι χρόνια κι αυτό συντελούσε έναν επιπλέον λόγο για να γίνονται σχόλια πίσω από τη πλάτη της, αφού πολλές θα ήθελαν να ήταν στη θέση της. Ο μπαμπάς έλειπε πολλές ώρες, έτσι η μαμά ασχολιόταν περισσότερο να μάθει στο παιδί της πώς να μπορέσει να ενταχθεί στη κοινωνία χωρίς να γίνει δακτυλοδεικτούμενος επειδή ήταν διαφορετικός. Όταν δεν είχε δασκάλους στο σπίτι και ειδικούς στη διαπαιδαγώγηση τέτοιων παιδιών, έπαιζαν το αγαπημένο του παιχνίδι, το κρυφτό.

Ο άντρας κάθισε αναπαυτικά στη δερμάτινη πολυθρόνα και για άλλη μια φορά παρατήρησε ότι η κοπέλα χαμογέλασε. Δε μπορούσε να ακούσει τον ήχο που έκανε την ώρα που τριβόταν το ύφασμα του παντελονιού του με το δέρμα, γι’ αυτό και δε καταλάβαινε γιατί της φαινόταν τόσο αστείο αυτό. Κάθε φορά που τη ρώταγε γιατί γελάει, αυτή αντί να του απαντήσει με νοήματα, του μίλαγε κανονικά, σαν να την άκουγε, λέγοντας του ότι έχει πολύ πλάκα και ότι είναι από τους αγαπημένους της ασθενής. Αυτός της απαντούσε νοηματικά ότι δε καταλαβαίνει, όμως είχε μάθει με το καιρό να διαβάζει τα χείλια, πράγμα που δεν της το είχε πει ακόμα. Ήθελε να ξέρει τι λέει ο κόσμος για αυτόν, όταν νομίζει ότι δεν τους ακούει. Δεν ήταν λίγες οι φορές που αυτά που καταλάβαινε τον έκαναν κομμάτια αλλά είχε μάθει να ζει σε αυτή τη σκληρή πραγματικότητα. Η ένταση της κώφωσης δεν είναι η ίδια για όλα τα πάσχοντα άτομα, γιατί μερικά έχουν στοιχειώδη ακουστική αντίληψη η οποία τα βοηθά στην άρθρωση ορισμένων φθόγγων. Μπορεί λοιπόν να μη μπορούσε να αρθρώσει σωστά, όμως έβγαζε κάποιους ήχους ανάλογα τη διάθεση, τον τρόπο που ήθελε να εκφραστεί, την ένταση που ήθελε να δώσει.

Αυτή του τη προσπάθεια εκτιμούσε πάρα πολύ η κοπέλα που καθόταν απέναντι του. Σε τέτοιο βαθμό που μερικές φορές αισθανόταν πολλά περισσότερα για αυτόν από έναν απλό ασθενή. Είχε αρχίσει να τον ερωτεύεται χωρίς να το καταλαβαίνει. Ήταν ένας πανέξυπνος άντρας και αντικειμενικά όμορφος και καλοστεκούμενος. Στο δρόμο τα βλέμματα πολλών γυναικών ήταν καρφωμένα πάνω του και αρκετές φορές τύχαινε κάποια να του μίλαγε από μακριά όμως αυτός έδειχνε πλήρη αδιαφορία. Όχι επειδή δε του άρεσε αλλά επειδή δε την άκουγε καν. Έπρεπε να έχει οπτική επαφή με κάποιον για να μπορέσει να τον κοιτάξει στα χείλη και να προσπαθήσει να βγάλει άκρη, αν ο άλλος δε ήξερε τη νοηματική. Μέσα του όμως περίμενε κάθε εβδομάδα να πάει σε αυτή τη πολυκατοικία, εκεί ψηλά στο λόφο, να κάτσει στη δερμάτινη πολυθρόνα που της προκαλούσε γέλιο(λάτρευε να τη βλέπει να γελάει) και να μιλήσουν για τα πάντα, μιας και ήταν η μοναδική ψυχολόγος που τον ανέλαβε από την αρχή, επειδή γνώριζε τη νοηματική διάλεκτο. (Άλλο ένα συν στη κατηγορία με τα θετικά που είχε για τη συγκεκριμένη. Βεβαία η κατηγορία με τα αρνητικά ήταν άδεια).

Η ζωή του, παρόλο που ήταν άνετη οικονομικά, δεν ήταν καθόλου εύκολη. Ο πατέρας του πέθανε όταν ήταν αυτός δέκα χρονών και έμεινε μόνος με τη μητέρα του σε ένα πελώριο σπίτι. Είχε μάθει βέβαια να περνάει πολύ καλά μαζί της αλλά η πατρική απουσία του στοίχησε πολύ. Μπορεί να είχαν μεγάλη διαφορά σαν ζευγάρι αλλά δε φαινόταν καθόλου. Σε όλες τις βόλτες ήταν πάντοτε παρόν, στα ψώνια θα πήγαινε μαζί του μιας και ως διευθυντής εργοστασίου, ήξερε πως να ντύνεται και να φέρεται, ήταν από τους πρώτους που έμαθε στο σπίτι να μιλάει τη νοηματική για να μπορεί να συνεννοείται με το μονάκριβο γιο του και αυτός που του έβαζε, κρυφά σε ένα τραπεζικό λογαριασμό, χρήματα για να τα έχει σε περίπτωση ανάγκης. Μπορεί να μην είχε πολύ ελεύθερο χρόνο, όμως όταν μπορούσε, έπαιζαν όλοι μαζί μέσα στο σπίτι και κανένας δε μπορούσε να φανταστεί την ηλικία του. Έτρεχε πάνω κάτω τις σκάλες σα να ήταν νέος παίζοντας το αγαπημένο παιχνίδι του γιου του.. το κρυφτό.

Ένα παιχνίδι που του στοίχησε όσο τίποτε άλλο στη ζωή.

Τέσσερα χρόνια πέρασαν από το θάνατο του πάτερα του και τα πράγματα στο σπίτι είχαν πάρει πάλι τη καθημερινή ροή τους. Οι δουλειές είχαν μοιραστεί και η μητέρα του τώρα έπρεπε να δουλεύει περισσότερες ώρες αφού πλέον αυτή ήταν υπεύθυνη για το εργοστάσιο. Πολλοί υπήρξαν καλοθελητές για να τη βοηθήσουν αλλά ήξερε καλά πλέον ποιον να εμπιστευτεί και ποιον να αποφύγει. Επειδή το σπίτι ήταν μεγάλο, για να μπορούν να συνεννοηθούν, ο πατέρας του είχε τοποθετήσει παντού φωτάκια έκτατης ανάγκης, όπως τα είχε ονομάσει, σε περίπτωση που χρειαζόταν κάτι. Αυτά ήταν μοιρασμένα σε όλο το σπίτι, σε διαφορά σημεία ώστε να μπορεί να τα βλέπει ο γιος του και να καταλαβαίνει ότι κάποιος τον χρειάζεται. Μάλιστα, ανάλογα το χρώμα που άναβε, καταλάβαινε και σε ποιο μέρος του σπιτιού έπρεπε να πάει. Κάθε δωμάτιο είχε από ένα κουμπί και μια ειδική λάμπα. Το καθιστικό ήταν το αγαπημένο του μέρος γιατί όταν έβλεπε το λαμπάκι που αντιστοιχούσε σε αυτό, ήξερε ότι τον φώναζαν είτε για να παίξουν είτε γιατί είχαν καλεσμένους. Και τα δυο του άρεσαν εξίσου το ίδιο.

Το χρώμα που αντιστοιχούσε σε αυτό ήταν το κόκκινο. Τραγική ειρωνία..

Η βροχή εκείνο το απόγευμα δε σταμάταγε με τίποτα. Είχαν κανονίσει να πάνε βόλτα οι δυο τους γι’ αυτό και η μητέρα του γύρισε νωρίτερα όμως η βροχή στάθηκε τροχοπέδη στην έξοδο τους αυτή. Δε τους πτόησε όμως καθόλου. Αποφάσισαν ότι μπορούν να περάσουν το ίδιο καλά και μέσα στο σπίτι. Η πρόταση έγινε και το παιδί έδειξε ότι συμφωνεί απόλυτα. Θα έπαιζαν το αγαπημένο του παιχνίδι. Το πάτωμα του σπιτιού ήταν όλο παρκέ οπότε μπορεί να μην άκουγε τους θορύβους που έκαναν στη καθημερινότητα τους όμως αισθανόταν πιο έντονα τις δονήσεις που κάνουν τα βήματα οποιουδήποτε ήταν εκεί. Είχε φτάσει σε σημείο να ξεχωρίζει και ποιος είναι, από το τρόπο δόνησης που αισθανόταν. Η νέα του κρυψώνα ήταν σε ένα πατάρι, μικρό σε μέγεθος που έβαζαν συνήθως το χριστουγεννιάτικο δέντρο και που είχε θεά το σαλόνι και το καθιστικό. Έτσι, δε χρειαζόταν να αισθανθεί αν κάποιος περιπατάει. Θα μπορούσε να τον δει από τη χαραμάδα της πόρτας που είχε. Η μαμά έκλεισε τα μάτια και έδειχνε με τα δάχτυλα της ότι μετράει. Ο μικρός σκαρφάλωσε, μπήκε μέσα στο πατάρι, άφησε ελάχιστα ανοιχτά τη πόρτα και περίμενε.

Ενώ έβλεπε ότι η μαμά είχε ακόμα κλειστά τα μάτια, δεξιά της εμφανιστήκαν δυο άντρες με κουκούλες χωρίς αυτή να τους έχει πάρει χαμπάρι. Πριν προλάβει να αντιδράσει, την άρπαξαν από το πρόσωπο και κλείνοντας της το στόμα την έσυραν στο πάτωμα. Το παιδί άνοιξε αμέσως τη πόρτα και ήταν έτοιμος να κατέβει όταν είδε τα μάτια της μητέρας του γουρλωμένα από τρόμο να του δείχνουν με τρόπο να μη πάει πουθενά. Μπήκε λίγο πιο μέσα, έκλεισε πάλι τη πόρτα και συνέχισε να βλέπει κατατρομαγμένος από τη χαραμάδα. Παρατηρούσε ότι οι άντρες αυτοί της μίλαγαν με έντονο ύφος και τη χτυπούσαν στο πάτωμα αλλά ήταν ανήμπορος να αντιδράσει. Ήθελε να κατέβει να τη σώσει αλλά πώς να τα έβαζε ένα παιδάκι με δυο μεγαλόσωμους άντρες. Εκείνη την ώρα, σκέφτηκε κάτι που μπορεί να της έσωζε τη ζωή. Άνοιξε σιγά σιγά τη πόρτα, κατέβηκε στις μύτες των ποδιών του και πήγε στο πρώτο δωμάτιο που βρήκε, στη κουζίνα του σπιτιού. Πήγε στον πάγκο και δίπλα από τη πρίζα υπήρχε ένα κουμπί. Το πάτησε και αμέσως σε όλα τα δωμάτια φώτισαν οι λάμπες με ένα κίτρινο χρώμα. Αυτό, σκέφτηκε ότι θα έδιωχνε τους εισβολείς μιας και θα νόμιζαν ότι έχει ενεργοποιηθεί ο συναγερμός και θα ειδοποιούσε την αστυνομία.

Το ίδιο σκέφτηκαν κι αυτοί, γεγονός που τους εξόργισε ακόμα περισσότερο. Κρυμμένος μέσα στο ντουλάπι με τα τάπερ, περίμενε πότε θα καταλαγιάσουν οι δονήσεις των βημάτων τους. Λίγα λεπτά αργότερα, η ησυχία είχε κυριαρχήσει και πάλι στο σπίτι. Άνοιξε τη πορτούλα, κοίταξε δειλά προς όλες τις κατευθύνσεις και έτρεξε προς το καθιστικό. Ήταν όλα άνω κάτω αλλά αυτό ήταν το λιγότερο εκείνη τη στιγμή. Πίσω από το καναπέ, είδε τα πόδια της μητέρας του να τρέμουν σπασμωδικά. Πήγε γρήγορα κοντά της και την είδε σε ένα λουτρό αίματος. Η ίδια, τον κοίταξε και μη μπορώντας να μιλήσει ούτε καν να κουνηθεί, με κάποιες μικρές κινήσεις των χεριών της, του είπε να μη πάει κοντά. Να φωνάξει την αστυνομία, να κρυφτεί κάπου και να μη βγει μέχρι να τους δει. Το τελευταίο πράγμα που του είπε, αυτή τη φορά με λόγια, ήταν η λέξη “Σ´ αγαπώ” και έκλεισε τα μάτια της. Έβλεπε τα χείλη της να λένε αυτή τη μαγική λέξη και ένιωθε να παραλύει. Η μητέρα του πέθανε μπροστά στα μάτια του κι αυτός δεν έκανε τίποτα για να τη σώσει. Όχι μόνο έμεινε κρυμμένος αλλά και η κίνηση να πατήσει το κουμπί, φάνηκε να ήταν αυτό που τους κινητοποίησε και τους έκανε να τη σκοτώσουν.

Μέσα του ο δολοφόνος ήταν αυτός!!

Τα μάτια της δάκρυζαν κάθε φορά που άκουγε αυτή την ιστορία αλλά έπρεπε με κάποιο τρόπο να τον κάνει να εξιλεωθεί από τις ενοχές του. Σε καμία περίπτωση δεν έφταιγε αυτός για το φόνο της μητέρας του. Έκανε ότι μπορούσε να τη σώσει αλλά πολλές φορές τα πράγματα δεν πάνε όπως τα υπολογίζουμε. Σηκώθηκε και του έδωσε ένα χαρτομάντιλο. Τα δάκρια του δεν είχαν σταματημό, ακόμα και χρόνια μετά από εκείνο το συμβάν. Για πρώτη φορά, ύστερα από τα πέντε ολόκληρα χρόνια που τον είχε ως ασθενή, σηκώθηκε και κάθισε στα γόνατα μπροστά του. Ακούμπησε με τους αγκώνες της στα δικά του και με προδερμικά αυστηρό ύφος του είπε ότι δε θέλει άλλο να τον βλέπει έτσι. Ήρθε η ώρα να βρει τον εαυτό του, τα πατήματα του και επιτέλους να προχωρήσει στη ζωή του.

Επαγγελματικά ήταν πολύ καλά γιατί τα ανέλαβε όλα αυτός και με μεγάλη επιτυχία απο μικρός. Απέλυσε τρία άτομα από το εργοστάσιο, μια μάνα με τους δυο γιους της και τους κυνήγησε νομικά μέχρι που καταδικάστηκαν για ανθρωποκτονία. Ήταν οι δυο άντρες που είχαν σκοτώσει τη μητέρα του εκείνο το βροχερό απόγευμα για να μείνει μόνο του το παιδί και να αναλάβει την ανάθρεψη του η πιο καλή της φίλη, η μάνα τους. Ευτυχώς, ο επί χρόνια, επιστάτης του εργοστάσιου άκουσε τη συζήτηση που είχαν οι τρεις τους και το μετέφερε στο παιδί. Οι δολοφόνοι μπορεί να τιμωρήθηκαν, όμως οι δικοί του δαίμονες όχι.

Αν δεν είχε πατήσει εκείνο το κουμπί…

Στα προσωπικά του από την άλλη δεν είχε την ίδια τύχη. Πολλές τον πλησίαζαν για τα λεφτά του αλλά ελάχιστες άντεχαν αυτή την ησυχία και τη γαλήνη που έβγαζε. Όλες στην αρχή έδειχναν ενδιαφέρον και μετά από λίγο τον παράταγαν, αφού πρώτα τον είχαν ξεζουμίσει οικονομικά. Την έπιασε από το κεφάλι και άρχισε να της χαϊδεύει τα μαλλιά. Της σήκωσε το πρόσωπο και της έδειξε ότι δε θα είχε καταφέρει τίποτα χωρίς αυτήν. Η απάντηση της, ότι μόνος του είχε καταφέρει να γίνει ο άντρας που έβλεπε μπροστά της, τον συγκίνησε ακόμα περισσότερο. Του έκανε και ένα επιπλέον νόημα. Του είπε ότι θέλει να του εξομολογηθεί κάτι εδώ και καιρό αλλά δεν έχει τη δύναμη να το κάνει γιατί φοβόταν ότι δεν ήταν έτοιμος να το ακούσει. Αυτός τρομαγμένος, την έσπρωξε ευγενικά προς τα πίσω και της ζήτησε να του πει ότι θέλει.

Αυτή σηκώθηκε, πήρε τη κανάτα με το πράσινο τσάι που προσφέρει στους πελάτες, γέμισε το ποτήρι της και το ήπιε μονορούφι. Αφού τον κοίταξε έντονα στα μάτια, ξεροκατάπιε και νοηματικά του είπε ότι δε ήθελε πλέον να είναι η ψυχολόγος του. Δε μπορούσε να το κάνει πια. Ο ίδιος, έκανε πίσω σα να ξαφνιάζεται και της ζήτησε το λόγο. Ήταν η μοναδική που μπόρεσε να τον καταλάβει απόλυτα και η μόνη που τον έκανε να αισθάνεται καλύτερα. Η τελευταία του κίνηση υποδήλωνε τη λέξη “Γιατί”.

«Γιατί σ´ αγαπώ και δε ξέρω πως να στο πω«, είπε με λόγια η κοπέλα.

Το σ´ αγαπώ αυτό, που την κατάλαβε να το λέει, τον γύρισε χρόνια πίσω, όταν το είχε δει να λέγεται από τα χείλη της μητέρας του. Αυτή τη φορά όμως του ξεκλείδωσε αλλά συναισθήματα. Του φώτισε εκείνη τη πτυχή της ζωής του που είχε αμαυρωθεί και η λέξη αυτή απέκτησε άλλη υπόσταση. Δεν αισθανόταν πια μικρός και ανήμπορος στο άκουσμα της αλλά αντιθέτως, ένιωσε μεγάλος ,σημαντικός και ικανός να αγαπήσει και να αγαπηθεί ξανά. Σηκώθηκε όρθιος, τη πλησίασε, πήρε το χέρι της και οδηγώντας το με το δικό του το έβαλε στη καρδιά της.

Δε χρειάζεται να μου το πεις με λόγια”, της έδειξε, “άσε με να το νιώσω”.

Έγειρε προς το μέρος της και τη φίλησε.

Το ταμπλό με τα κουδούνια στην είσοδο της πολυκατοικίας μέχρι πρότινος είχε τρία από τα έξι ενεργά. Τώρα πια ήταν τέσσερα και το όνομα του μπήκε ακριβώς δίπλα στο δικό της. Το διαμέρισμα απέναντι από το γραφείο της έγινε το σπίτι τους. Το δικό του το πούλησε, μιας και ήταν πολύ μεγάλο για αυτόν και οι αναμνήσεις στενάχωρες. Έπρεπε να δώσει μια ευκαιρία στην ευτυχία του και πιο ικανή να το πετύχει ήταν αυτή.

Δε χρειαζόταν να δει, ούτε να ακούσει ούτε και να πει κάτι…Το μόνο που χρειάστηκε ήταν να νιώσει.. και αυτό του θύμισε ότι η ζωή για αυτόν μπορεί να ήταν πάντα σιωπηλή και αθόρυβη αλλά παρέμενε πολύ, μα πολύ ωραία.

Απλά είπε..Φτού και βγαίνω!!

3 σκέψεις σχετικά με το “Chapter 15 (ΘΟΡΥΒΩΔΗΣ ΣΙΩΠΗ)

Add yours

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: