Chapter 14 (ΠΑΙΔΕΥΟΥΣΙ ΤΕΚΝΑ) Β’ ΜΕΡΟΣ

Ένιωθε να βυθίζεται σε ένα βαθύ και αχανές σκοτάδι. Έβλεπε από μακριά, σαν τηλεόραση, τον καθρέφτη με το μήνυμα της κόρης της και όσο απομακρυνόταν από αυτό, τόσο μικρότερο γινόταν μέχρι που φαινόταν πια σαν μια τελεία. Στο απόλυτο μαύρο και τη νεκρική ησυχία άρχισαν να διακρίνονται μερικά σημεία με έντονο φως που την τύφλωναν. Δε μπορούσε να τα κοιτάξει αλλά κι από την άλλη δεν είχε και επιλογή. Επικεντρώθηκε σε αυτά και σιγά σιγά τα μάτια της το συνηθισαν. Φλας μπακ το λένε κάποιοι.

Για αυτήν όμως ήταν απλά ένας γνώριμος εφιάλτης.

Ήταν κολλητές από μικρές. Δεν είχε καμιά από τις δυο αδέλφια οπότε σε όλο τον κόσμο έλεγαν ότι είναι αδελφές. Αμέτρητες ώρες στο σπίτι η μια της άλλης, ατελείωτο παιχνίδι και ξέγνοιαστες στιγμές. Για τους υπόλοιπους, η μια ήταν η όμορφη και η άλλη η έξυπνη. Έτσι τις ξεχώριζαν και μετά από καιρό έτσι τις φώναζαν. Δυστυχώς η ζωή για τη μια δεν ήταν εύκολη. Στην εφηβεία της, με διαφορά τριών χρόνων, πέθαναν και οι δυο γονείς της. Δεν είχε κανένα να τη στηρίξει σε αυτή τη δύσκολη φάση της ζωής της οπότε η κολλητή της φίλη έγινε η σωτήρια λέμβος της. Από τότε και για πολλά χρόνια, τη φιλοξενούσε σπίτι της συνεπώς, επικυρώθηκε και η αδελφική τους σχέση. Η όμορφη πλέον έγινε μέλος της οικογένειας.

Το να είσαι όμορφη είναι θέμα υποκειμενικό. Η εξυπνάδα από την άλλη δε μπορεί να κρυφτεί και όποιος την αντιλαμβάνεται, την εκτιμά πολύ περισσότερο. Αυτό άρχισε να συνειδητοποιεί με τα χρόνια και η παιδική ψυχούλα της μαύριζε από ζήλια που αργότερα εξελίχθηκε σε μίσος. Όταν δε, ο φίλος της από το σχολείο έδειξε ενδιαφέρον ερωτικό για τη φίλη της και όχι για αυτή, κατάλαβε ότι τα πράγματα δεν ήταν υπέρ της. Εξυπνότερη δε μπορούσε να γίνει ξαφνικά, οπότε επέλεξε να δώσει έμφαση στην εξωτερική της εμφάνιση και να την εκμεταλλευτεί στο επακρο.

Αυτός, πάντα θαύμαζε την εξυπνάδα της κοπέλας του ,πλέον, και πίστευε ότι έχει απίστευτες δυνατότητες. Ήταν αυτός που της είπε ότι θα μπορούσε να γίνει γιατρός, μιας και οι θετικές επιστήμες ήταν το δυνατό της σημείο. Άκουσε λοιπόν τις συμβουλές του, πίστεψε περισσότερο στον εαυτό της και ξεκίνησε να διαβάζει ώστε να γίνει κάποτε μια πετυχημένη γιατρός και γιατί όχι, η γιατρός του χωριού. Η φίλη της από την άλλη δε παραδειγματιζόταν από αυτή. Πρέσβευε πάντα ότι οι πόρτες θα τις ανοίγονταν μόνο με την ομορφιά της και ως ένα σημείο δεν είχε άδικο. Τα βλέμματα όλων γλύκαιναν όταν την αντίκριζαν και πολλά από αυτά που απαιτούσε, τις τα έδιναν απλόχερα. Ο μόνος που της αντιστεκόταν πεισματικά ήταν αυτός που ήθελε περισσότερο από όλους. Αυτός που ερχόταν συχνά στο σπίτι αλλά όχι για αυτή.

Αυτός, που έπρεπε με κάποιο τρόπο να τον κάνει δικό της.

Είχε μια υπέροχη μέρα και ο ήλιος φαινόταν από νωρίς το πρωί ότι θα ανεβάσει στα ύψη τη θερμοκρασία. Δε μπορούσε να κοιμηθεί μαζί της, γιατί ήταν χωριό και οι άνθρωποι κακεντρεχείς αλλά εκείνο το πρωινό είχε έρθει από νωρίς στο σπίτι. Ήταν μεγάλη μέρα για τη κοπέλα του. Θα έδινε τις εξετάσεις που θα καθόριζαν το μέλλον της, κατά πόσο θα ήταν πετυχημένο ή όχι. Τη φίλησε στα κλεφτά για να μη τους δουν οι γονείς της, (ακόμα κράταγαν τους τύπους μπροστά τους) και της ευχήθηκε καλή επιτυχία. Η φίλη της, της έγνεψε μόνο από το καθρέφτη, καθώς εκείνη την ώρα τόνιζε τα χείλη της με λίγο χρώμα. Τα μάτια της έβγαζαν φλόγες αλλά είχε μάθει να το κρύβει καλά πλέον. Η πόρτα της εξώπορτας έκλεισε και αφού βεβαιώθηκε ότι έφυγε βλέποντας τη από το παράθυρο, έβαλε μπροστά το σχέδιο της. Ήξερε ότι δε τη θεωρούσε το ίδιο έξυπνη με αυτή αλλά αν μπορούσε να τον κάνει να ασχοληθεί μαζί της, σα να ήταν, είχε ένα παραπάνω ατού να τον ρίξει στα δίχτυα της. Θα δάγκωνε τα σαρκώδη χείλη της, θα έπαιζε λίγο με τα μαλλιά της και με το δοκιμασμένο βλέμμα της στα αγόρια, θα τον κατάφερνε.

Του ζήτησε να τη βοηθήσει σε κάποια μαθήματα μιας και αυτή δε τα καταλάβαινε. Κάθισε δίπλα του και έκανε απότομες κινήσεις προς το μέρος του για να του έρχονται μεγαλύτερες ριπές του μεθυστικού αρώματος της. Είχε περάσει μια ώρα και παρατήρησε ότι το βλέμμα του είχε αρχίσει να γίνεται πιο λάγνο αφού η ίδια δε σταμάτησε ούτε λεπτό να τον προκαλεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Χωρίς να το περιμένει, της είπε ότι έχει καταλάβει τί προσπαθεί να κάνει αλλά όταν τον ρώτησε αν πραγματικά θέλει να σταματήσει, αυτός έσκυψε και τη φίλησε. Από νωρίς φαινόταν ότι η θερμοκρασία θα έφτανε στα ύψη, τόσο έξω όσο και μέσα στο σπίτι.

Και έφτασε.. όχι μία αλλά πολλές φορές για τα επόμενα χρόνια.

Ο γάμος τους ήταν το κοσμικό γεγονός του χωριού. Όλος ο κόσμος παρευρέθηκε για να τους τιμήσει και το γλέντι κράτησε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Η νέα γιατρός του χωριού πήρε τον πιο άξιο νέο. Ήταν το πιο αξιοζήλευτο ζευγάρι. Κανένας δε κατάλαβε την απουσία του γαμπρού για κάποια ώρα. Μόνο η ομορφότερη παρουσία της εκδήλωσης ήξερε που είναι, αφού αυτή του κράταγε τη καλύτερη παρέα. Δυο χρόνια αργότερα και το ζευγάρι ακόμα προσπαθούσε να κάνει παιδί. Όλες οι προσπάθειες τους ήταν άκαρπες χωρίς να ξέρουν ποιος πραγματικά είναι ο λόγος. Το σπίτι που έμεναν ήταν αρκετά μεγάλο, τόσο που να χωράει και τους τρεις τους. Αυτόν, αυτήν και τη φίλη της, μιας και δεν είχε κανένα συγγενή δικό της εν ζωή. Έξαλλου, αδελφές ήταν και μπορούσαν να μοιράζονταν τα πάντα.

Όχι όμως και τον ίδιο άντρα.

Η άστατη ζωή της ήταν κάτι που ενοχλούσε το ζευγάρι αλλά η θέση και των δυο ήταν λεπτή. Η μια δε μπορούσε να πει κάτι γιατί ήξερε ότι η φίλη της ήταν μόνη της και ο άλλος, δε μπορούσε να πει το οτιδήποτε γιατί η φωλιά του ήταν λερωμένη αρκετά. Τα πράγματα πήραν εντελώς διαφορετική τροπή από τη στιγμή που η ομορφιά της θα κλονιζόταν αφού σε εννέα μήνες θα έφερνε στο κόσμο ένα παιδί. Ένα παιδί που έτυχε να κυοφορείται σε λάθος γυναίκα. Η πρώτη της σκέψη ήταν να το ρίξει. Ο πατέρας του παιδιού δε το ήξερε, αυτή δε μπορούσε να είναι μαζί του για πολλούς και διαφόρους λογους και τα χρήματα της ήταν ελάχιστα για να μπορούν να υποστηρίξουν κάτι τέτοιο. Το μυαλό της έξυπνης πήρε χιλιάδες στροφές και αυτό που πρότεινε ήταν σοκαριστικό ακόμα και για την ίδια όταν το ξεστόμισε. Όσο κράταγε η εγκυμοσύνη της φίλης της, θα έμεναν στο σπίτι κλεισμένες και θα τη φρόντιζε αποκλειστικά η ίδια. Μόλις γεννιόταν το παιδί, θα το έπαιρνε και θα το μεγάλωνε σα να ήταν δικό της, μιας και με τον άντρα της αδυνατούσαν να αποκτήσουν ένα. Ύστερα από πολλές συζητήσεις και αναλύσεις, η απόφαση πάρθηκε. Το μωρό θα πήγαινε στην ανάδοχη μητέρα χωρίς κανείς να μάθει το παραμικρό. Θα ήταν το μυστικό που θα έπαιρναν στο τάφο τους.

“Μου χρωστάς”, της είπε όταν δώνανε τα χέρια και πήγε να ξαπλώσει. Το ζευγάρι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και ευχήθηκαν να έχουν πράξει το σωστό.

Άνοιξε τα μάτια της και το πρώτο πράγμα που αντίκρισε ήταν το πρόσωπο του. Την είχε μεταφέρει στο κρεβάτι τους με προσοχή γιατί όταν τη βρήκε έτρεχε αίμα από το φρύδι της. Κόπηκε την ώρα που έπεσε λιπόθυμη στο μπάνιο. Δε χρειαζόταν ράμματα μιας και το κόψιμο ήταν επιφανειακό (Κάτι είχε μάθει από αυτή τόσα χρόνια). Της είπε ότι το δωμάτιο το καθάρισε και έσβησε τα πάντα από τον καθρέφτη.“Θα μας μισήσει και θα τη χάσουμε για πάντα”, του είπε με δάκρια στα μάτια. Αυτός δεν απάντησε ούτε καν έγνεψε. Δεν ήξερε πως να αντιδράσει. Ήλπιζε μέσα του να μη συμβεί αλλά οι πιθανότητες δεν ήταν με το μέρος τους.

Το επισκεπτήριο για τις νέες μητέρες είναι συγκεκριμένες ώρες μέσα στην ημέρα. Αυτό γίνεται επίτηδες γιατί πρέπει να ξεκουράζονται και μερικές από αυτές να μπορούν να θηλάσουν το μωρό τους, αν το αντέξουν φυσικά. Η πρώτη μέρα ήταν ήσυχη. Κανείς δεν ήρθε να δει τα δίδυμα αλλά και ποιος να ερχόταν αφού το νοσοκομείο δεν ήταν αυτό που υπολόγιζαν εξ αρχής. Κανένας δε θα ταξίδευε μέχρι εκεί για λίγες ώρες και μετά να έφευγε. Οι φίλοι τους, περίμεναν να τους δουν όταν θα επέστρεφαν στη πόλη. Στις πληροφορίες όμως στην είσοδο, ο άντρας που βρισκόταν από τη μέσα πλευρά, γοητευμένος από τη παρουσία που είχε μπροστά του, παρά τα χρόνια που κουβαλούσε στη πλάτη της, εξηγούσε σε ποιον όροφο υπήρχε το όνομα που ζήτησε. Η κυρία αυτή, του χαμογέλασε, του έγνεψε λάγνα, δάγκωσε λίγο τα χείλη της, τίναξε τα μαλλιά της και περπάτησε μέχρι το ασανσέρ. Για την ηλικία της, ήξερε να περπατάει τα τακούνια με άψογη δεξιότητα. Τα γερασμένα της χέρια αλλά με τα καλοφτιαγμένα νύχια, πάτησαν το κουμπί.

Δεύτερος όροφος, δωμάτιο 208.

Πάνω στο τραπέζι της κουζίνας είχε τοποθετήσει τα χάπια της, συν ένα επιπλέον. Ένα χαλαρωτικό για να μπορέσει να βγάλει την ημέρα με ηρεμία. Όσο μπορούσε δηλαδή γιατί με όλα αυτά που είχαν συμβεί, μόνο ψύχραιμη δε μπορούσε να μείνει. Τα ήπιε όλα με μια γουλιά και ύστερα ζήτησε από τον άντρα της να της φέρει τα γράμματα που είχε μέσα η καταραμένη αυτή κατσαρόλα. Έπρεπε να θυμηθεί τί ακριβώς έλεγαν για να αξιολογήσει τη ζημιά που είχαν δημιουργήσει. Η βιοψία έδειξε ότι η ζημιά ήταν μεγαλύτερη από ότι φανταζόταν. Η κόρη της πλέον είχε καταλάβει τα πάντα αλλά δεν ήταν σίγουρη ότι έχει αντιληφθεί τί πραγματικά συνέβη. Είπε στον άντρα της να ετοιμάσει τα πράγματα τους και να φύγουν γρήγορα για το νοσοκομείο. Έπρεπε να της εξηγήσει πριν βγάλει βιαστικά συμπερασματα. Το ποτήρι με το νερό που έπινε τη τελευταία της γουλιά έγινε χίλια κομμάτια στο άκουσμα ότι η υποτιθέμενη φίλη της, είχε ήδη ενημερωθεί από τον άντρα της και είχε ξεκινήσει από νωρίς για να τη δει.

Πως μπόρεσες να είσαι τόσο ηλίθιος” του είπε με νεύρα και έτρεξε προς το τηλέφωνο.

Η θέα από το δωμάτιο του νοσοκομείου ήταν τραγική. Ένας πελώριος τοίχος βρισκόταν ακριβώς απέναντι της οπότε μόνο με τη φαντασία μπορούσε να ταξιδέψει. Το βλέμμα της ήταν χαμένο σε ένα graffiti που το κοσμούσε όταν ακούστηκε ο χτύπος της πόρτας του δωματίου. Γύρισε το κεφάλι της και εντυπωσιάστηκε με τη γυναίκα που μπήκε μέσα. (Στιγμιαία σκέφτηκε ότι έτσι θα ήθελε να γίνει όταν γεράσει) Περπάτησε προς το μέρος της, συστήθηκε ως φίλη της μητέρας της, άφησε τη τσάντα της σε μια καρέκλα και πήρε από μέσα ένα πακέτο με τσιγάρα. Πήγε στο παράθυρο, το άνοιξε και άναψε χωρίς ενδοιασμό το Marlboro light που είχε στο στόμα της. Κανένας δε θα της έλεγε τίποτα γιατί ο επιστάτης του ορόφου είχε ήδη στα χέρια του ένα μαγικό χαρτάκι με το τηλέφωνο της. Ο άντρας της είχε κατέβει στη καντίνα του νοσοκομείο να τσιμπήσει κάτι μιας και το στομάχι του είχε γίνει κόμπος με όλα αυτά.

Το πεδίο ήταν ελεύθερο.

Η γυναίκα ξεκίνησε να μιλάει για το παρελθόν της και πώς είχε γνωριστεί με τη μητέρα της κοπέλας. Παρουσιάστηκε σαν το εξιλαστήριο θύμα που της πήραν το παιδί χωρίς τη συγκατάθεση της και πόσο δύσκολα χρόνια πέρασε μακριά της, αφού δεν την άφηναν να έχει καμιά επαφή μαζί της. Με λίγα λόγια, της αποκάλυψε ότι η μητέρα που πίστευε όλα τα χρόνια της ζωής της ότι είχε, ήταν ψεύτικη. Η βιολογική της μάνα, ήταν αυτή που έβλεπε να ήταν ακουμπισμένη στο παράθυρο. Η κοπέλα είχε σοκαριστεί και τα δάκρια από τα μάτια της έτρεχαν χωρίς να τα ελέγχει. Τη προσπάθεια της να μιλήσει, διέκοψε το τηλέφωνο που διέθετε το δωμάτιο. Το σήκωσε με τρεμάμενη φωνη και για κάποια δευτερόλεπτα δε μίλαγε καθόλου. Συνέχισε να κλαίει μέχρι που το έκλεισε χωρίς να βγάλει άχνα.

Στον αυτοκινητόδρομο για το νοσοκομείο ένα αυτοκίνητο έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Έπρεπε να φτάσουν έγκαιρα. Κάποιος έπρεπε να της πει όλη την αλήθεια γιατί ήταν σίγουρη ότι η πρώην φίλη της δε θα το έκανε. Ο άντρας της, δεν είχε ούτε μια γρατζουνιά στο αμάξι του γιατί το φρόντιζε εξονυχιστικά. Το γεγονός όμως ότι είχε σπάσει δυο καθρέφτες αυτοκίνητων σε μια μόνο διαδρομή, ήταν κάτι που ούτε στους πιο τρελούς του εφιάλτες δε φανταζόταν. Είχε μεγάλο μερίδιο ευθύνης για ότι είχε συμβεί. Αυτή τη φορά, θα έκανε αυτό που έπρεπε. Έφτασαν στην είσοδο του νοσοκομείου και την άφησε να ανέβει γρήγορα ενώ ο ίδιος θα έψαχνε να παρκάρει. Στις πληροφορίες, ο κύριος ήταν πιο αδιάφορος ,μιας και η ίδια δε του έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση, όσο η προηγούμενη. Καθώς πήγαινε προς το ασανσέρ, συνάντησε και τον άντρα της κόρης της. Μπήκαν μέσα και ανέβηκαν μαζί επάνω, ενώ παράλληλα κατέφθαναν και οι δικοί του γονείς.

Η πόρτα άνοιξε με δύναμη και η γυναίκα, που με το ζόρι ανάσαινε πλέον από την αναστάτωση, μπήκε μέσα μαζί με τον γαμπρό της. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, βλέπει αυτήν με το τσιγάρο να τη δείχνει και να λέει στη κόρη της, “ ο πραγματικός σου πατέρας, είναι ο άντρας αυτηνής”. Η ανάσα της πλέον κόπηκε τελείως. Κοκάλωσε σε εκείνο το σημείο και τα μάτια της έγιναν κατακοκκινα. Αυτό ήταν κάτι που δε περίμενε να ακούσει. Η κοπέλα, παρόλο που ήταν μια πετυχημένη δικηγόρος στη πόλη και είχε συναντήσει πολλές άσχημες υποθέσεις, δε μπορούσε να φανταστεί ότι θα βίωνε κάτι τέτοιο. Ψύχραιμα, είπε στον άντρα της να βγει έξω και να μην τους ενοχλήσει κανείς. Παρόλο που ο ίδιος διαφώνησε κάθετα, είχε μάθει να ξεχωρίζει πότε τον παίρνει να της αντιστέκεται κ πότε όχι.

Ήταν η ώρα να πέσουν οι μάσκες επιτέλους.

Το δωμάτιο μύριζε τσιγάρο αλλά πλέον η ατμόσφαιρα ήταν τόσο βαριά που ήταν το λιγότερο που σκέπτονταν. Η κοπέλα δήλωσε ότι θα ήθελε να ακούσει τη πλευρά της όμορφης κυρίας και μετά της μητέρας της (ναι, μητέρα της παρέμενε αυτή που τη μεγάλωσε όλα αυτά τα χρόνια). Η παράνοια της καλοδιατηρημένης γυναίκας συνεχίστηκε για πολλή ώρα. Δήλωσε ευθαρσώς ότι πότε δεν ήθελε να την αφήσει, ότι αναγκάστηκε να κρατήσει τη σχέση με τον άντρα της φίλης της και πραγματικού πατέρα της μυστική, γιατί ο ίδιος δεν ήθελε να χαλάσει το γάμο του και με δάκρια στα μάτια της είπε ότι το παιδί της, το έδωσαν οι ίδιοι οι γονείς της σε αυτήν, γιατί δεν ήθελαν να την αφήσουν να καταστρέψει τη ζωή και το μέλλον της. Εξάλλου, ο άντρας που είχε επιλέξει για σύντροφο, φαινόταν πολύ λίγος για την κόρη τους. Τους ζήτησε λοιπόν το μωρό της ως αντάλλαγμα, για να αισθάνεται ότι έχει κάτι από αυτήν. Από το παιδί δηλαδή, που δεν άφησαν ποτέ να μεγαλώσει σαν δικό της, μιας και οι ίδιοι δε το ήθελαν. Το μόνο που ζητούσε από αυτούς, ήταν λίγα χρήματα για να μπορέσει να το ζήσει αξιοπρεπώς. Η κοπέλα με ένα νεύμα της έκανε νόημα να σταματήσει, και κάλεσε τη μάνα της να πάει να κάτσει δίπλα της στο κρεβάτι.

Δήλωνε ξεκάθαρα με ποια θα έκανε ομάδα.

Λίγο νωρίτερα, πίσω από τη γραμμή του τηλεφωνήματος που δέχτηκε στο δωμάτιο, ήταν αυτή. Της είπε να κλείσει τα αφτιά της, να ακούσει τη καρδιά της και να θυμηθεί όλα όσα διάβασε στα γράμματα. Όχι μόνο τα αρνητικά. Ήθελε να της δώσει λίγο χρόνο να της εξηγήσει γιατί έγιναν όλα αυτά και τώρα τον είχε. Την έπιασε από το πρόσωπο, την κοίταξε βαθιά στα μάτια και άρχισε να μιλάει. Πολλά από τα γράμματα λοιπόν του άντρα της δεν της τα έδινε γιατί έπρεπε να τον κρατάει στο κενό. Όλοι μαζί είχαν συνεννοηθεί να μην εμπλακεί άλλος σε αυτή την ιστορία. Γι’ αυτό και δεν τον ενημέρωσαν ποτέ για την ημέρα γέννησης του παιδιού του. Επίσης, της θύμισε ότι μέσα στα γράμματα υπήρχαν και αυτά που έστελνε η υποτιθέμενη φίλη της που, εμμέσως πλην σαφώς, της έλεγε συνεχώς ότι της χρωστάει ζητώντας της λεφτά, για να μη τη ξεμπροστιάσει στη κόρη της αλλά και σε ολόκληρο το χωριό. Εκεί μέσα είχε κρύψει κι ένα δικό της, που τα εξηγούσε όλα στη κόρη της γιατί δεν άντεχε άλλο να κουβαλά αυτό το βάρος αλλά δε το έστειλε ποτέ. Όταν το είδε όμως, με την άκρη του ματιού της, κρυμμένο κάτω από το μαξιλάρι του νοσοκομειακού κρεβατιού, της έπιασε το χέρι, το φίλησε και της έδειξε με τα μάτια ότι χαίρεται που το πήρε. Αυτό σήμαινε ότι το διάβασε.

Άρα ήξερε πια ποιος πρέσβευε την αλήθεια και ποιος όχι.

Η πόρτα άνοιξε και μπήκε κόσμος πολύς. Ανάμεσα τους, ο άντρας της που ξαφνικά βρέθηκε μπλεγμένος σε μια υπερβολικά αλλόκοτη ιστορία, οι γονείς του, που τον κοίταζαν μετανιωμένοι ικετεύοντας, στην ουσία, για συγχώρεση και ο πατέρας της, που έπρεπε να δώσει εξηγήσεις για μια ερωτική σχέση που κράτησε χρόνια παράλληλα με το γάμο του, καθώς και για την αναγνώριση μιας πατρότητας που αν ήταν αληθινή, σίγουρα δε θα πέρναγε ατιμώρητη από τη γυναίκα του.

Ποιος να πρωτοσυγχωρέσει ποιον.

Η γυναίκα με το πορσελάνινο πρόσωπο έχασε πλέον την ομορφιά της. Μπροστά σε όλο αυτό το κόσμο και την αποκάλυψη της αληθείας, φάνηκε ο πραγματικός εαυτός και η ασχήμια της. Η κοπέλα, της είπε ότι θέλει το παιδί της να εμφανιστεί μέχρι το απόγευμα αλλιώς θα κινούνταν νομικά εναντίον της. Θα την κατέστρεφε αν έκανε ότι παρακούει τις εντολές της. Έφυγε με σκυμμένο το κεφάλι περνώντας ανάμεσα από βλέμματα που την κάρφωναν σαν δηλητηριώδη βέλη. Ο άντρας της κοπέλας ήταν από τους πιο γνωστούς ψυχολόγους, οπότε θέλοντας να ελαφρύνει το κλίμα, είπε σε όλους ότι πολλές φορές η ηθική πυξίδα που έχει ο καθένας απομαγνητίζεται και κάνει λάθη, άλλοτε μικρά και ασήμαντα και άλλοτε μεγάλα και τραγικά. Αυτό που πρέπει να κάνει κάποιος όταν το αντιληφθεί, είναι να το δεχτεί, να το εξετάσει σαν εξωτερικός παρατηρητής και να δει πως μπορεί να το αντιμετωπίσει. “Σε ένα πρόβλημα δε χρειάζεται να ψάξεις την αιτία. Ψάξε να βρεις τη λύση”, είπε και ξάπλωσε στην αγκαλιά της γυναίκας του.

Πάντως από το νοσοκομείο θα έφευγαν με τρία παιδιά!

Τα λουλούδια που κράταγε στα χέρια κάλυπταν όλο του το προσωπάκι. Τα μικρά βηματάκια του το οδήγησαν έξω από το δωμάτιο της και ήταν έτοιμο να χτυπήσει την πόρτα που οδηγούσε στο μοναδικό άτομο που θα μπορούσε να το αγαπήσει πιο πολύ από τον καθένα. Ο άντρας της, έσκυψε δίπλα του, του είπε ότι τον λατρεύει και τράβηξε το πόμολο προς τα κάτω. Η κοπέλα ενώ ήξερε ότι θα το δει, δε μπορούσε να κρύψει την έκπληξη της όταν το αντίκρισε.“ Αυτά είναι για σας” της είπε το παιδάκι και εκείνη ράγισε. Έτρεξε και το αγκάλιασε τόσο σφιχτά που άκουγε τη καρδούλα του πώς χτυπούσε. Δε θα το ξανάφηνε πότε από τα μάτια της..πόσο μάλλον από την αγκαλιά της. Η ομοιότητα τους ήταν φοβερη . Έμοιαζαν σαν δυο σταγόνες νερό. Στην ερώτηση του αν από δω και πέρα θα μένει μαζί τους, η απάντηση της ήταν απόλυτη.

“Ναι μικρέ μου άγγελε, για πάντα μαζί”

Το σπίτι της γιατρού του χωριού γέμισε και πάλι κόσμο. Τα φώτα τώρα ήταν όλα ανοιχτά και έντονα, έτσι μπορούσες να διακρίνεις τα πρόσωπα όλων που ήταν πλέον καθαρά και αληθινά. Δεν υπήρχε τίποτα που να τα σκοτεινιάζει. Το παρελθόν τους ήταν αρρωστημένο και έπρεπε να κάνουν μια νέα αρχή, ένα μηδενισμό και επανεκκίνηση στην ουσία, αν ήθελαν να σώσουν ότι τους είχε απομείνει. Η φωτιά στο τζάκι μεγάλωσε απότομα. Μια στοίβα από γράμματα ρίχτηκε μέσα και ένα ένα γινόταν στάχτη.

Ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός και σίγουρα τον χρειάζονταν όλοι τους.

Επτά στενά παραπέρα, σε ένα σκοτεινό δωμάτιο με ένα κερί αναμμένο, το είδωλο στο καθρέφτη έμοιαζε παραμορφωμένο. Τα μάτια είχαν μαυρίσει από τη μάσκαρα που έτρεξε στα μάγουλα, το κραγιόν είχε πασαλείψει αυτά τα σαρκώδη χείλη και τα μαλλιά ήταν ατσούμπαλα αφημένα στους ώμους. Έπιασε το πρόσωπο της και άρχισε να το τρίβει με μανία γελώντας υστερικά. Κοιτάχτηκε μια τελευταία φορά, έφτυσε με αηδία αυτό που έβλεπε και έσβησε το κερί.

Σε κάποιους ανθρώπους.. αξίζει το σκοτάδι!!

2 σκέψεις σχετικά με το “Chapter 14 (ΠΑΙΔΕΥΟΥΣΙ ΤΕΚΝΑ) Β’ ΜΕΡΟΣ

Add yours

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: