Chapter 13 (ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΓΟΝΕΩΝ) Α’ ΜΕΡΟΣ

Πήγαιναν σχολείο ακόμα όταν πρωτογνωρίστηκαν. Ήταν μικρά παιδιά, γεμάτα από ζωή και ενέργεια. Η σχέση τους ξεκίνησε με ένα σπρώξιμο του αγοριού προς αυτήν. (Τα μικρά αγόρια είναι άγαρμπα και ανίδεα για το πώς να εκφραστούν οπότε το σπρώξιμο αυτό υποδήλωνε κάποιο ενδιαφέρον από πλευρά του). Η συμπεριφορά του δε της άρεσε καθόλου αλλά ήταν ένα κορίτσι πάρα πολύ συνεσταλμένο και κλειστό, με ελάχιστους φίλους, οπότε το να της μιλήσει κάποιο αγόρι, ακόμα και με αυτό το τρόπο, την έκανε αμέσως να αναπτερωθεί.

Μπορεί να μη ξεκίνησε όμορφα η σχέση τους αλλά έγιναν οι καλύτεροι φίλοι. Πέρναγαν ατελείωτες ώρες μαζί παίζοντας, διαβάζοντας και όσο κυλούσαν τα χρόνια ερωτεύονταν ο ένας τον άλλο. Είναι δύσκολο να κρατηθεί μια σχέση, μεταξύ άντρα και γυναίκα, φιλική και σίγουρα οι συγκεκριμένοι δε θα αποτελούσαν εξαίρεση. Τη φρόντιζε σα να την είχε υπό την προστασία του. Δεν άφηνε κανένα να της μιλάει άσχημα, ακόμα και τους γονείς της. Πολλές φορές τους θύμιζε την αξία της, πόσο φανταστικός άνθρωπος είναι αλλά και πόσο τυχερός ήταν αυτός που την είχε στη ζωή του. Χειμώνες πέρασαν, καλοκαίρια ήρθαν και οι δυο τους πέρναγαν την πιο ωραία φάση της ζωής τους. Ένας χρόνος έμενε και θα έδιναν εξετάσεις για πανεπιστήμιο.

Όσα δε φέρνει ο χρόνος, τα φέρνει όμως η ώρα.

Η αδιαθεσία της κοπέλας και οι συχνοί εμετοί έκαναν τους γονείς της να ανησυχήσουν. Όχι για την υγεία της αλλά για το τί μπορεί να σημαίνει κάτι τέτοιο. Αυτό που φοβόντουσαν λοιπόν, έπαθαν. Η κοπέλα έμεινε έγκυος και σε ένα μικρό χωριό σαν αυτό, η κατακραυγή και το κουτσομπολιό σε άτομα που διαφέρουν από το υπόλοιπο πλήθος απλά τους μετατρέπουν σε αποδιοπομπαίους τράγους. Ήταν πολύ μικροί για να παντρευτούν αλλά και ανώριμοι να διαχειριστούν κάτι τέτοιο. Δυστυχώς, σε τέτοιες περιπτώσεις αναλαμβάνουν την ευθύνη άλλοι από αυτούς που πρέπει με διφορούμενα αποτελέσματα. Η μάνα, ήταν η γιατρός του χωριού οπότε, σαν επιστήμονας αλλά και σαν γονιός, αποφάσισε να διακόψει την εγκυμοσύνη της κόρης της, για το καλό όλων. Μια απόφαση που δε βρήκε καθόλου σύμφωνη τη κοπέλα, που μέχρι τώρα η συμμετοχή της σε όλο αυτό ήταν αμυδρή. Το παιδί ήταν δικό της, συνεπώς και η απόφαση για αυτό.

Θα το κράταγε.

Το αγόρι από την άλλη πανικοβλήθηκε γιατί ήταν στα σκαριά να ανοίξει τα φτερά του και να φύγει για την πόλη να σπουδάσει. Οι γονείς του δε, δεν ήθελαν το μέλλον του παιδιού τους να καταστραφεί για μια απερισκεψία. Του πλήρωσαν αναγκαστικά όλα τα έξοδα, του έβγαλαν ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή και τον έστειλαν σε σχολείο στη πόλη να συνεχίσει τις σπουδές του. Η έλλειψη χρημάτων και από τις δυο πλευρές δε τους άφηνε πολλά περιθώρια να αντιδράσουν. Η κοπέλα έπρεπε να δεχτεί ότι θα γεννήσει ένα παιδί που θα βλέπει το πατέρα του σπάνια και το αγόρι, θα σπούδαζε μακριά από αυτό, για να μπορέσει να γυρίσει κάποτε έτοιμος να το συντηρήσει.

Πότε όμως τα πράγματα πάνε όπως τα σχεδιάζουμε?

Ο χρόνος πέρασε νερό. Η μοναδική επαφή τους ήταν μέσω αλληλογραφίας, μιας και τότε ήταν ο μόνος τρόπος επικοινωνίας. Δυστυχώς όμως, πολλά από αυτά δεν έφταναν ποτέ στον παραλήπτη τους. Η μάνα της, τα έκρυβε μέσα σε μια κατσαρόλα παλιά που δε χρησιμοποιούσαν, βαθειά κρυμμένη σε ένα ντουλάπι. Μπορεί να τον συμπαθούσε πολύ αλλά δεν τον συγχώρεσε ποτέ που κατέστρεψε το μέλλον της κόρης της. Θα μπορούσε να γίνει μεγάλη και τρανή γιατρός σαν αυτή αλλά με ένα μωρό τα πράγματα δυσκολεύουν πολύ. Η απόφαση της μάνας να την ξεγεννήσει η ίδια στο σπίτι, βρήκε σύμφωνη τη κόρη μιας και θα αισθανόταν πιο άνετα να το κάνει ένας δικός της άνθρωπος παρά ένας ξένος. Εξάλλου, το νοσοκομείο ήταν εκτός χωριού και θα έπρεπε να δώσουν πολλά λεφτά. Αφού μπορούσε να γίνει έτσι, το αποδέχτηκε. Λίγο καιρό αργότερα, ήταν πλέον έτοιμη να βιώσει το πιο όμορφο πράγμα στη ζωή μιας γυναίκας.

Οι φλέβες του προσώπου της είχαν πεταχτεί προς τα έξω. Η όψη της ήταν παραμορφωμένη και τα μάτια της έκλαιγαν από τη πίεση που ασκούσε για να γεννήσει. Η μητέρα της, με απύθμενη ψυχραιμία, της έδινε το ρυθμό και έχοντας τον πατέρα της να την κρατάει από τα χέρια, της φώναζε να σπρώξει. Μισή ώρα πέρασε και όλα τα αγγεία του προσώπου της είχαν σπάσει. Εξουθενωμένη, έκανε μια τελευταία δυνατή σπρωξιά και κατέρρευσε.

Το φως στο δωμάτιο ήταν πολύ χαμηλό. Ήταν δύσκολο να ξεχωρίσεις χαρακτηριστικά των ανθρώπων που μπαινόβγαιναν πάρα μόνο τις σκιές τους. Όταν άνοιξε τα μάτια της, δε μπορούσε να καταλάβει αν ζει ή έχει πεθάνει. Μπορεί να μην αισθανόταν αυτό το βάρος που κουβάλαγε τόσους μήνες όμως, ήταν λες και την είχαν καρφώσει στο κρεβάτι. Η πρώτη λέξη που είπε, σχεδόν ψιθυριστά, ήταν το όνομα του. Δεν ήταν εκεί γύρω και της φάνηκε περίεργο. Οι γονείς της κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, κοίταξαν τους δικούς του γονείς και μετά αυτήν. Ήταν καλό που δε φαίνονταν καθαρά οι εκφράσεις τους διαφορετικά θα την είχαν τρομάξει. Ο πατέρας του παιδιού δεν ήταν εκεί γιατί κανένας δεν τον είχε ενημερώσει. Ήξερε ότι ήταν οι μέρες της αλλά όχι ότι θα γένναγε εκείνη τη συγκεκριμένη. Αφού κανένας δεν έδινε σαφή απάντηση που είναι ο άντρας της, στην ουσία, αυτή ζήτησε να μάθει τουλάχιστον που έχουν το παιδί. Εκεί, η μητέρα της με το ίδιο ψυχρό ύφος, πήγε κοντά της, τη φίλησε στο μέτωπο και με εκνευριστική ηρεμία της ανακοίνωσε ότι το παιδί της.. πέθανε.

Μέσα της..πέθανε κι αυτή!

Τα νέα κυκλοφόρησαν γρήγορα, όλο το χωριό έμαθε το ατυχές συμβάν και επιτέλους το έμαθε και ο άντρας της. Μπορεί να μην είχαν παντρευτεί αλλά ποτέ δε κόλαγαν σε τίτλους. Ο ίδιος μόλις του έγινε γνωστό, παράτησε τα πάντα και γύρισε στο χωριό. Δε πήρε καμία ικανοποιητική απάντηση από κανέναν γιατί δεν ενημερώθηκε έγκαιρα, οπότε αφού περίμενε να αναρρώσει η γυναίκα του, ετοίμασαν βαλίτσες, αποχαιρέτησαν τους πάντες και γύρισαν στη πόλη για μια νέα αρχή. Οι γονείς τους έμειναν να κοιτάζονται μεταξύ τους χωρίς να μπορούν να αντιδράσουν. Ήξεραν ότι δε τους έπαιρνε να κάνουν καμία κίνηση να τους αποτρέψουν. Ήδη είχαν κάνει πάρα πολλά, που έπρεπε να μείνουν για πάντα κρυφά.

Οι δυο τους, από την άλλη, ήταν αποφασισμένοι να δώσουν μια δεύτερη ευκαιρία στους εαυτούς τους.

Στη πόλη τα πράγματα κυλούσαν πολύ πιο γρήγορα. Ο πόνος της ξεχάστηκε ευκολότερα μιας και η δουλειά που βρήκε παράλληλα με τις σπουδές της, δε άφηνε περιθώρια να το σκεφτεί. Ο άντρας της, πλέον και επίσημα, αφού παντρεύτηκαν στο δημαρχείο, ήταν πάντα το στήριγμα της και δούλευε κι αυτός σκληρά για να μπορεί να της παρέχει ότι χρειάζεται για να είναι ευτυχισμένη. Ήταν έτοιμοι να κάνουν για μια ακόμα φορά το μεγάλο βήμα. Ήθελαν τόσο πολύ μια οικογένεια και μια ατυχία του παρελθόντος δε θα στεκόταν εμπόδιο σε αυτό. Πολλά ζευγάρια προσπαθούν και δε τα καταφέρνουν. Αυτό δε σημαίνει ότι τα παρατάνε. Σχεδόν έξι μήνες πέρασαν και τα νέα ήταν ευχάριστα. Ήταν έγκυος και μάλιστα με δίδυμα. Η ευτυχία της δε περιγραφόταν με λόγια. Θα γινόταν μανούλα ο κόσμος να χαλάσει.

Χωρίς να υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος και αιτία, και οι δυο δεν είχαν στενές σχέσεις με τους γονείς τους. Κάτι έσπασε μέσα τους την ημέρα που έφυγαν από το χωριό. Σα να άφησαν πίσω το παρελθόν, χωρίς να θέλουν να το ξαναζήσουν ούτε σαν ανάμνηση. Μπορεί να είχαν μια τυπική επικοινωνία όλα αυτά τα χρόνια αλλά ποτέ δε πήγαιναν να τους δουν. Ίσως, μέσα τους, να είχαν καταλάβει ότι για κάποιο λόγο δεν τους ήθελαν μαζί. Έναν λόγο που ποτέ δεν έψαξαν αλλά ούτε και τους ενδιέφερε. Είμαστε οι επιλογές μας και αυτοί..επέλεξαν ο ένας τον άλλο. Αν δε τους άρεσε, ήταν δικό τους πρόβλημα. Μόλις είχε μπει στο μήνα της και αποφάσισαν από κοινού να επισκεφτούν τους γερασμένους πια γονείς τους. Ο πατέρας της είχε περάσει ένα μίνι εγκεφαλικό με μια ελαφριά παράλυση. Θα του έκανε καλό να έβλεπε το παιδί του ύστερα από τόσα χρόνια απουσίας.

Η πόρτα άνοιξε και τα βλέμματα όλων έπεσαν αμέσως πάνω στη φουσκωτή κοιλίτσα της γυναίκας. Ήταν πολύ μεγάλη αλλά η ίδια δεν είχε πάρει πολλά κιλά. Πρόσεχε τη διατροφή της τόσο που, αν κάποιος τη κοίταζε από πίσω, δε καταλάβαινε καν ότι ήταν έγκυος. Δέκα χρόνια ήταν αρκετά για να φαίνονται τα σημάδια του χρόνου πάνω τους. Κάθισαν στο τραπέζι όπως τότε και το φαγητό σερβιρίστηκε ζεστό. Η μάνα της ήταν εκπληκτική μαγείρισσα. Μπορεί να μην είχε χρόνο να μαγειρεύει συχνά, λόγω δουλειάς, όμως όταν το έκανε, τα φαγητά της έκαναν τη μεγαλύτερη εντύπωση. Το φρούτο τους άλλαξε τη γεύση στο στόμα και η ώρα του καφέ επιτέλους είχε έρθει. Το γκαζάκι άναψε, η σωστή αναλογία τοποθετήθηκε στο μπρίκι και ο ελληνικός καφές, που τόσο υπέροχα έφτιαχνε ο πατέρας της, έφτασε. Την ώρα του καφέ πάντα λεγόντουσαν οι πιο μεγάλες αλήθειες.

Βέβαια η αλήθεια έχει πολλές πτυχές…

Ήταν λάθος των γονιών να ρωτήσουν γιατί δεν τους επισκέφτηκαν ποτέ όλα αυτά τα χρόνια. Κανονικά θα έπρεπε να κρατάνε το στόμα τους κλειστό μιας και οι ίδιοι ευθύνονταν για αυτό περισσότερο από όλους. Τα παιδιά τους, μπορεί να μην ήξεραν το λόγο αλλά είχαν αντίληψη και ένιωθαν ότι κάτι δε πάει καλά. “Αν δε δέχεσαι τις επιλογές του παιδιού σου, δε δέχεσαι στην ουσία το ίδιο σου το παιδί”, απάντησε αποστομωτικά η κόρη της και επικράτησε σιγή για κάποια δευτερόλεπτα. Τόσα, όσα να ακουστεί το τηλέφωνο που χτύπαγε μέσα και να σηκωθεί η μητέρα της να το σηκώσει. Στα λίγα λεπτά που έλειψε, ο πατέρας της σηκώθηκε, κάθισε δίπλα της και άρχισε να τη χαϊδεύει στη κοιλιά. (Είναι κάποια λάθη που κάνουν οι γονείς τα οποία, μπορεί μεν να τα μετανιώσουν αργότερα, όμως για τα παιδιά τους είναι πια αργά. Δε συγχωρούν εύκολα. Θέλει χρόνο και διάθεση και από τους δύο, κάτι που σπάνια επιτυγχάνεται πλέον). Η πρόταση του τελείωσε με τη φράση, “εμείς πάντα θα σας αγαπάμε”. Δε πρόλαβε να του απαντήσει και μπήκε μέσα η μάνα της αγχωμένη. Έπρεπε να πάει να επισκεφτεί μια συγχωριανή που δεν αισθανόταν καλά και ο άντρας της ήταν αυτός που θα την πήγαινε. Γέρασε, αλλά παρέμενε η καλύτερη γιατρός του χωριού.

Αλμυρό έφαγαν, καφέ ήπιαν όμως το απόγευμα ένα γλυκό είναι απαραίτητο. Πήγε στο ψυγείο και δε βρήκε τίποτα έτοιμο. Βαριόταν άπειρα να φτιάξει κάτι αλλά είχε δυο μωρά στη κοιλιά της που λαχταρούσαν σοκολάτα. Άνοιξε τα ντουλάπια αλλά οι περισσότερες κατσαρόλες ήταν ήδη πάνω στο πάγκο της κουζίνας χρησιμοποιημένες. Στο πίσω μέρος όμως υπήρχε μια κατσαρόλα που ενώ φαινόταν ότι έχει να χρησιμοποιηθεί πάρα πολύ καιρό, τη δουλειά της θα την έκανε. Έσκυψε προσεκτικά, σχεδόν γονάτισε για να τη φτάσει, ώσπου τελικά τη τράβηξε προς το μέρος της. Ήταν με το καπάκι της αλλά για άδεια, της φάνηκε βαριά. Την έβγαλε έξω και την ακούμπησε πάνω στο πάσο. Ο άντρας της ωστόσο καθόταν μέσα στο καθιστικό και απολάμβανε τις τελευταίες γουλιές καφέ. Την τοποθέτησε στο μάτι της κουζίνας, έφερε από το ψυγείο το βούτυρο, άναψε τη φωτιά και σήκωσε το καπάκι.

Πέρασε σχεδόν μια ώρα, όταν άνοιξε απότομα τα μάτια του. Δεν είχαν επιστρέψει ακόμα οι άλλοι και σίγουρα δε θυμόταν να έχει φάει τη σοκολάτα που περίμενε να είχε φτιάξει η γυναίκα του. Μπήκε στη κουζίνα και τη βρήκε στο πάτωμα να κλαίει με αναφιλητά. Ήταν ακουμπισμένη με πλάτη προς το ντουλάπι, είχε μια παλιά κατσαρόλα δίπλα και πολλά χαρτιά γύρω της. Με μια κλεφτή μάτια, παρατήρησε ότι πολλά από αυτά του ήταν τρομακτικά οικεία. Ανάμεσα τους όμως υπήρχαν και κάποια αλλά που είχαν άλλο είδος χαρτιού, άλλο γραφικό χαρακτήρα..άλλο θέμα.

Τα γράμματα αυτά έπρεπε να είχαν καταστραφεί.

Μπήκε μέσα στο δωμάτιο των γονιών της, έκλεισε για λίγο τη πόρτα και μετά από τρία τέταρτα βγήκε. Ο άντρας της είχε μόλις τελειώσει το πακετάρισμα και ήταν έτοιμοι να γυρίσουν πίσω στο σπίτι τους όταν ένας ξαφνικός πόνος στη κοιλιά την έκανε να χάσει την ισορροπία της. Αυτός έτρεξε, τη σήκωσε και είδε ότι το πάτωμα ήταν γεμάτο υγρά. Οι μνήμες της πρώτης γέννας της έφεραν αναγούλα. Όχι, δε θα γεννούσε ξανά εκεί. Αυτό το σπίτι ήθελε να το ξεχάσει για πάντα, το ίδιο και αυτούς που έμεναν μέσα. Τώρα δεν ήταν μόνη, είχε τον άντρα της κοντά. Μπορεί να μη γένναγε στο νοσοκομείο που είχαν κανονίσει αλλά σίγουρα θα τη πήγαινε σε ένα, έστω και αν αυτό βρισκόταν στο συγκεκριμένο κωλοχώρι.

Ήταν μέσα στο αυτοκίνητο και τον περίμενε ενώ αυτός έτρεχε πανικόβλητος να φέρει τα τελευταία πράγματα για να φύγουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Πρόλαβε όμως, πάνω στον πανικό του, να τους αφήσει ένα σημείωμα με ένα και μόνο ερώτημα: «Γιατί»; Ποτέ δε της το είπε, απλά μπήκε στο αμάξι και ξεκίνησαν για το νοσοκομείο. Δε θα άφηνε τον εαυτό της να παραδοθεί στον πόνο. Φοβόταν τόσο πολύ ύστερα από τη πρώτη της γέννα που ήθελε να κρατάει μόνιμα τα μάτια της ανοιχτά σε όλη τη διαδικασία. Μια φορά τα έκλεισε και το παιδί της χάθηκε.

Έξι ώρες μετά, είχε στην αγκαλιά της την απόλυτη ευτυχία, τα μωρά της.

Τα μάτια της μάνας της γούρλωσαν όταν μπαίνοντας στο σπίτι και πλησιάζοντας τον πάγκο της κουζίνας είδε αυτό το «Γιατί» γραμμένο σε χαρτάκι. Πως είναι δυνατόν να έμαθε; Πώς θα μπορούσε να ξέρει αυτό μυστικό που έκρυβε όλα τα χρόνια τόσο καλά; Έξαλλου, δε έφταιγε μόνο αυτή.. δε το έκανε μόνη της. Ήταν σύμφωνοι και όλοι οι υπόλοιποι. Δε θα βρει αυτή τον μπελά της επειδή ήταν η πιο δυνατή και ψύχραιμη από όλους. Μάλλον ήταν υπερβολική στην αντίδραση της. Μπορεί απλά να έφυγαν για μια δουλειά και να ξαναγύρναγαν. Κάποια λογική εξήγηση υπήρχε που δε μπορούσε να της περάσει από το μυαλό γιατί ήταν συγχυσμένη. Ανέβηκε τις σκάλες προς το δωμάτιο τους προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό της ότι όλα είναι στα πλαίσια της φαντασίας της.

Άνοιξε τη πόρτα και αυτό που αντίκρισε σίγουρα τη προσγείωσε απότομα στη πραγματικότητα.

Το δωμάτιο ήταν λες και είχαν ρίξει βόμβα. Όλα τα πράγματα ήταν στο πάτωμα. Καρέκλες αναποδογυρισμένες, ρούχα όλα πεταμένα σαν πατσαβούρια, γυαλιά κάτω παντού καθώς και όλα τα γράμματα που είχε βρει. Στη δεξιά γωνία, δίπλα από το κρεβάτι της είχε ένα τραπεζάκι με κρυστάλλινα ζωάκια που έκανε συλλογή. Η γωνία τώρα ήταν άδεια και άπειρα κομματάκια κρυστάλλων βρίσκονταν πλέον στο πάτωμα. Τα πάντα στο δωμάτιο θύμιζαν απόπειρα κλοπής αλλά το κρεβάτι της ήταν άθικτο. Στο ριχτάρι που το διακοσμούσε, είχαν αφήσει μια παλιά κατσαρόλα που σίγουρα δε περιείχε φαγητό μέσα. Πλησίασε το κρεβάτι και δίπλα στο σκεύος υπήρχε ένα χαρτί που έγραφε “ Τα μαγείρεψες καλά όλα αυτά τα χρόνια”.

Το μπάνιο που διέθετε το δωμάτιο της ήταν σωτήριο εκείνη της στιγμή. Ήθελε να ρίξει νερό στο πρόσωπο της μπας και ξυπνήσει από αυτόν τον εφιάλτη που ζούσε. Μπήκε μέσα, άνοιξε το φως και από το φόβο της έβαλε τα χέρια στο στόμα για να μη φωνάξει. Ο καθρέφτης ήταν γραμμένος με ένα παλιό, κόκκινο κραγιόν της και αυτό που έλεγε της προκάλεσε ρίγη σε όλο το κορμί και κρύο ιδρώτα να κυλάει στη πλάτη της.

Θέλω το παιδί μου!!

Έκλεισε τα μάτια της και χάθηκε στο σκοτάδι της.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Chapter 13 (ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΓΟΝΕΩΝ) Α’ ΜΕΡΟΣ

Add yours

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: