Chapter 12 (ΕΚΔΙΚΗΣΗ..ΓΕΝΟΥΣ ΘΗΛΥΚΟΥ)

Το μπάνιο ήταν γεμάτο κεριά. Ήταν τοποθετημένα σε πολλά μέρη μέσα σε αυτό και τα περισσότερα είχαν άρωμα βανίλια. Αυτή η γλυκιά μυρωδιά, της ξύπναγε τις αισθήσεις και την αναζωογονούσε. Άνοιξε τη βρύση και την άφησε να τρέχει στο καυτό. Μόλις έφτανε σε ένα συγκεκριμένο σημείο το νερό, θα το γύρναγε στο χλιαρό, ίσα ίσα να σπάσει τη θερμοκρασία και να το κάνει πιο ήπιο όταν θα μπει. Πήρε τον αναπτήρα που έχουν στη κουζίνα για το γκάζι, άναψε όλα τα κεριά, έσβησε το φως και έβγαλε τα ρούχα της.

Αυτό που έβλεπε στο καθρέφτη της άρεσε πλέον. Είχε χάσει αρκετά κιλά και επιτέλους έγινε η γοργόνα που ήταν, όπως την έλεγε ο άντρας της όταν την είχε πρωτογνωρίσει. Βέβαια, όσο τα χρόνια πέρναγαν, στα μάτια του η γοργόνα έγινε δελφίνι, μετά φώκια και τα τελευταία χρόνια η φάλαινα που προστατεύει η WWF. Όμως όταν απέκτησε και πάλι το καλλίγραμμο κορμί, δε την ένοιαζε και τόσο πώς θα την αποκαλούσε ο άντρας της. Η συζήτηση που είχαν ένα βράδυ πριν κοιμηθούν δεν είχε καλή κατάληξη. Του ήταν αδιανόητο να αποδεχτεί ότι η γυναίκα του σήκωσε κεφάλι και άσκησε βέτο στη συμπεριφορά του. Αυτό δε θα πέρναγε έτσι. Κάποιος έπρεπε να τη ξαναβάλει στη θέση της. Κάποιος έπρεπε να της θυμίσει ποια είναι η θέση της.

Κάποιος όμως θα είχε απότομη πτώση από εκεί ψηλά που νόμιζε ότι ήταν.

Το νερό ήταν πλέον στη κατάλληλη θερμοκρασία, τα άλατα τοποθετημένα όπως έπρεπε και ο αφρός ήταν αρκετός για να καλύψει το γυμνό κορμί της. Τα πρώτα δευτερόλεπτα ήταν προσαρμοστικά στο καυτό νερό. Όταν το συνήθισε σε βαθμό να μην την ενοχλεί πολύ, ξάπλωσε τελείως και πριν βουτήξει το κεφάλι της κοίταξε το ταβάνι που είχε τοποθετημένο έναν μεγάλο καθρέφτη. Ήταν ιδέα του άντρα της να τον βάλουν πάνω από τη μπανιερά, ίσως γιατί του άρεσε να βλέπει τον εαυτό του εκεί ή ακόμα και τους δυο τους όταν έκαναν μπάνιο μαζί. Μια κλεφτή ματιά ψηλά και ο αφρός κάλυψε όλο της το πρόσωπο. Της άρεσε να μένει βυθισμένη μέσα στο νερό και να κρατάει την αναπνοή της όσο μπορούσε περισσότερο. Ενώ βρισκόταν σε αυτή τη κατάσταση, προσπαθούσε να αδειάζει το μυαλό της και να μη σκέφτεται τίποτα παρά μόνο το κενό. Είχε καταφέρει να μένει με μια ανάσα πενήντα έξι ολόκληρα δευτερόλεπτα.

Επόμενος στόχος ήταν το λεπτό.

Ο άντρας της ήταν αστυνομικός και η υπηρεσία του δεν είχε συγκεκριμένο ωράριο. Άλλοτε πήγαινε πρωί, άλλοτε βράδυ, όμως πολλές φορές γύρναγε απρόσμενα στο σπίτι γιατί ήθελε να ελέγχει κατά πόσο η γυναίκα του είναι στο δικό της πόστο. Η ίδια στην αρχή υπέθετε ότι απλά του έλειπε και ήθελε να πάρει τη δόση του και να ξαναφύγει. Δεν άργησε να καταλάβει ότι ήταν απλά μια μέθοδος έμμεσης παρακολούθησης, όταν μια μέρα δεν ακλούθησε το πρόγραμμα που είχε πει ότι θα έχει και βγήκε για καφέ με τη φίλη της τη συμβολαιογράφο. Εκεί, εμφανίστηκε αυτός από το πουθενά και ενοχλημένος της είπε ότι θα ήθελε να ξέρει πάντα που είναι. Η απάντηση της φίλης της ότι δε χρειάζεται να του πει που βρίσκεται μιας κι αυτός το ξέρει ήδη, την έβαλε αυτόματα στη μαύρη λίστα του. Δεν ήθελε κανένας να την επηρεάζει εναντίον του. Δεν ήθελε κανένας να την ξυπνήσει.

Κανένας όμως δεν μπορούσε να προβλέψει πόσο απότομα θα ξύπναγε..αυτός.

Το σπίτι βρισκόταν πλέον σε εμπόλεμη ζώνη. Αυτός άρχισε να βρίζει και να φωνάζει ότι δε θα ήθελε η γυναίκα του να κυκλοφορεί με άτομα χωρίς ηθικούς φραγμούς και η ίδια υπερασπιζόταν τον εαυτό της ότι μια φίλη της είχε απομείνει και δε θα υποχωρούσε ούτε στο ελάχιστο για αυτήν. Μέχρι τώρα, η μοναδική βία που ασκούσε πάνω της ήταν καθαρά λεκτική. Όχι ότι την είχε συνηθίσει αλλά τουλάχιστον μπορούσε πλέον να αντιπαρατεθεί και να την αντιμετωπίσει. Το χαστούκι που της έκανε το κεφάλι να γυρίσει με δύναμη προς τα δεξιά, προς τη πλευρά του παραθύρου που έβλεπε την απέναντι κουζίνα της γειτόνισσας της αλλά και το σπρώξιμο που την έφερε στο πάτωμα, χτυπώντας τον γοφό της με δύναμη στα γυαλιστερά πλακάκια του σπιτιού της, υποδείκνυε ότι πλέον η βία του ανέβηκε επίπεδο. Τώρα πια δεν υπήρχε επιστροφή. Η μάνα της, πριν κλείσει τα ματιά της, επειδή είχε καταλάβει τι θα έρθει, της είχε πει ότι αν ποτέ ο άντρας σήκωνε το χέρι του, θα ήταν και η αρχή του τέλους για το γάμο τους. Τα λόγια αυτά της ήρθαν στο μυαλό όταν, όντας στο πάτωμα, ένιωσε το παπούτσι του να χτυπάει με δύναμη τη κοιλιά της. Ο αβάσταχτος πόνος την βύθισε σε ένα απέραντο σκοτάδι.

(Ένα σκοτάδι που ενώ προσπαθούσε να το διαλύσει ανάβοντας τα αγαπημένα της κεριά, μια σκιά τα έσβηνε μόνιμα).

Όταν άνοιξε τα ματιά της βρισκόταν στο κρεβάτι σκεπασμένη μέχρι το λαιμό. Στο κομοδίνο δίπλα υπήρχε ένας δίσκος με ένα ποτήρι πορτοκαλάδα, ένα πιάτο με φαγητό, ένα τριαντάφυλλο και ένα χαρτάκι που έγραφε ¨συγγνώμη¨. Σηκώθηκε με το ζόρι, δεν άγγιξε τίποτα από αυτά, μπήκε στο μπάνιο, έβαλε πάλι τα κεράκια της στις θέσεις που πρέπει και τα άναψε όλα. Όταν κοιτάχτηκε στον καθρέφτη αυτή τη φορά, το βλέμμα της δεν ήταν ίδιο. Το φως της φωτιάς που έκαιγε το σημείωμα με τη συγγνώμη στο νιπτήρα της, την έκανε να φαίνεται σατανική. Μέχρι να καεί τελείως είχε πάρει τις αποφάσεις της. Να τον παρατούσε δε μπορούσε γιατί δε θα την άφηνε, να φύγει από μόνος του δε θα το έκανε ποτέ γιατί τα λεφτά της ήταν πολύ γλυκά για να τα αποχωριστεί οπότε έμενε μια μόνο λύση.

Μια λύση όμως που είχε περάσει από το μυαλό και σε κάποιον άλλο.

Πενήντα οκτώ δευτερόλεπτα. Δυο ακόμα και έφτανε το στόχο της. Θα τα κατάφερνε, φτάνει να συγκεντρωνόταν περισσότερο. Έβλεπε τον εαυτό της στον καθρέφτη την ώρα που ήταν κάτω από το νερό και σκεφτόταν ότι η ζωή με αυτόν την έπνιγε περισσότερο. Το επάγγελμα του αποτελούσε τεράστιο πρόβλημα γιατί όλοι στην αστυνομία ήταν φίλοι του και θα τον υποστήριζαν ότι και να έκανε. Άσε που οτιδήποτε πάθαινε, θα κατηγορούσαν κατευθείαν αυτή. Έπρεπε να είναι προσεκτική και οργανωτική. Δυο ώρες μετά, έπλενε τα πιάτα στο νεροχύτη χαζεύοντας παράλληλα έξω από το παράθυρο. Η κουζίνα της γειτόνισσας απέναντι είχε κλειστό φως όμως ξαφνικά κάποιος το άνοιξε και φάνηκε η σκιά της που βρισκόταν πίσω από τη κουρτίνα. Την κοίταζε όση ώρα έκανε τη λάτζα.

Μακάρι να κοίταζε και όταν τη χτύπαγε αυτός.

Το βράδυ έπεσε νωρίς για ύπνο γιατί δεν ήθελε να δει ούτε το πρόσωπο του. Δε μπορούσε να κοιμηθεί γιατί το μυαλό της δεν την άφηνε. Έτρεχε με μεγάλες ταχύτητες προσπαθώντας να βρει λύση σε αυτό το πρόβλημα που πλέον την έκανε να χάνει τον ίδιο της τον εαυτό. Γύρισε πλευρό και έκλεισε τα ματιά της όμως παράλληλα άκουσε να γυρνάει το κλειδί στη πόρτα και να μπαίνει ο άντρας της στο σπίτι. Ενώ έκανε ότι κοιμόταν, αυτός ήρθε,γονάτισε δίπλα της και τη σκούντηξε, αισθησιακά υποτίθεται, για να της ζητήσει και από κοντά συγγνώμη. Η μηδαμινή αντίδραση την τον έκανε να φύγει με νεύρα αποκαλώντας της σκύλα.

Άνοιξε τα μάτια της, χαμογέλασε από ικανοποίηση και μετα κοιμήθηκε.

Το επόμενο πρωί είχε πολλές δουλειές να κάνει. Το συμβολαιογραφικό γραφείο της φίλης της ήταν κοντά στο σπίτι οπότε ξεκίνησε απο εκεί. Κάθισε αρκετή ώρα γιατί όταν έφυγε αισθανόταν μια έντονη πείνα. Έφαγε μεσημεριανό σε μια καινούρια φίλη που απέκτησε πρόσφατα. Μια που πέρναγε πολλές ώρες στη κουζίνα της, παρακολουθώντας τη από μακριά. Έπρεπε να τη προσεγγίσει με κάποιο τρόπο. Θα της φαινόταν χρήσιμη αργότερα. Σε αυτήν αγόρασε και ένα ακριβό δώρο για τη γιορτή της, πολύ πιο ακριβό από ένα κουτί γλυκά που θα μπορούσε να πάει αντίστοιχα. (Κάπως έπρεπε να εξαγοράσει τη σιωπή της αλλά και τις υπηρεσίες της). Καθώς γυρνούσε, άκουσε μια σειρήνα περιπολικού πίσω της. Γύρισε και είδε τον άντρα της με ένα συνάδελφο του να τη πλησιάζουν. Το αμάξι σταμάτησε και το παράθυρο του συνοδηγού κατέβηκε. Την κοίταξε ανακριτικά και τη ρώτησε που πάει. Η απροσδιόριστη απάντηση της τον εξόργισε και με νεύρα της είπε να τσακιστεί και να πάει σπίτι. Ο οδηγός του οχήματος έμεινε άναυδος όταν τον άκουσε να της μιλάει έτσι. Αν μπροστά στο κόσμο φερόταν με αυτόν τον τρόπο, όταν έμεναν μόνοι τους, πώς ήταν; Βγήκε από το περιπολικό, την έπιασε από το μπράτσο και την έσυρε σχεδόν μέχρι το σπίτι. Καθώς έφευγε, γύρισε απότομα, κοίταξε με φοβισμένο ύφος τον άλλο αστυνομικό και μη έχοντας άλλη επιλογή, τον ακλούθησε.

Χαμογέλασε και πάλι… από μέσα της αυτή τη φορά.

Ο καιρός πέρναγε χωρίς μεγάλες αλλαγές. Η βίαιη συμπεριφορά και τα απολογητικά σημειώματα συνεχίζονταν μέχρι που έφτασε η στιγμή να μη τα γράφει ούτε αυτά. Δεν υπήρχε λόγος να ζητά συγγνώμη για κάτι που ήξερε κι ο ίδιος ότι θα ξανακάνει. Έξαλλου δεν έφταιγε αυτός. Αυτή τον προκαλούσε σε τέτοιο βαθμό που ξεπέρναγε τα όρια του και τη χτυπούσε. Μια μέρα πριν φύγει για ένα επαγγελματικό ταξίδι, καθώς καθάριζε τον πάγκο της κουζίνας την έσπρωξε και χτύπησε το κεφάλι της άσχημα. Έκανε μια μεγάλη μελανιά δίπλα στο μάτι αλλά την παρηγόρησε λέγοντας της ότι οι φάλαινες δε καταλαβαίνουν απο πόνο, είναι παχύδερμα. Αιτία αυτού, τα χαρτιά διαζυγίου που ήταν ακουμπισμένα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, τα οποία και πεταχτήκαν στον αέρα με δύναμη. Ήταν γελασμένη αν πραγματικά πίστεψε ότι μπορεί να τον ξεφορτωθεί τόσο εύκολα. Δυο μέρες διορία της έδωσε, όσο θα κράταγε το ταξίδι του για να επαναπροσδιορίσει τα πράγματα και να επανέλθει στα λογικα της. Στα λογικά τα δικά του δηλαδή.

Απόλυτη ησυχία μέσα στο σπίτι. Επιτέλους, θα είχε χρόνο να σκεφτεί τις επόμενες κινήσεις για την οριστική απελευθέρωση της από τον τύραννο. Η απογευματινή τελετουργία της, ήταν πλέον κάτι που περίμενε όλη μέρα. Το μοναδικό φως μέσα σε ολόκληρο το σπίτι ερχόταν από τα κεριά που ήταν αναμμένα στο μπάνιο. Έβγαλε τα ρούχα της, κοίταξε με οίκτο το πρησμένο της μάτι και μπήκε μέσα στη μπανιερά. Ούτε αφρό σήμερα ούτε τίποτα. Ήθελε απλά να χωθεί μέσα στο νερό και να βυθιστεί στις σκέψεις της. Ήθελε να σπάσει το προσωπικό της ρεκόρ. Ο θόρυβος που έκανε η βρύση καθώς ήταν αρκετός για να μην ακούσει το μπιπ που κάνει ο συναγερμός όταν ανοίγει κάποια πόρτα στο σπίτι. Η ροή σταμάτησε, το νερό όπως έπρεπε οπότε πήρε μια βαθιά ανάσα και χάθηκε μέσα σε αυτό.

Πέντε δευτερόλεπτα πέρασαν. Εκείνη κοίταζε,βυθισμένη όπως ήταν,τον καθρέφτη πάνω από τη μπανιερά. Όλα ήταν παραμορφωμένα, ακόμα κι αυτή. Δέκα δευτερόλεπτα και αντιλαμβάνεται ότι το φως μέσα στο μπάνιο τρεμόπαιξε έντονα. Της φάνηκε περίεργο γιατί δεν είχε κανένα παράθυρο ανοιχτό, πόσο μάλλον πόρτα. Έκανε να σηκωθεί και τότε μια μορφή ήρθε από πάνω της και την έπιασε με δύναμη από το λαιμό. Τα χέρια του ήταν τόσο δυνατά που δε μπορούσε να κουνηθεί καν. Κοπάναγε τα πόδια της μανιασμένα και οι μπουρμπουλήθρες που έβγαζε από την ανάγκη της να αναπνεύσει τον έκαναν να φαίνεται σαν ένα τέρας στα μάτια της. Σαράντα δευτερόλεπτα και από το μυαλό της πέρασαν στιγμιαία όλα αυτά που είχε σκοπό να πετύχει στη ζωή της. Ήθελε να κάνει ένα μεταπτυχιακό στα οικονομικά και να πάει ένα ταξίδι στην Αμερική. Ήταν όνειρο ζωής για αυτήν που ποτέ δε βρήκε ευκαιρία λόγω επαγγελματικων και κυρίως οικογενειακών υποχρεώσεων. Πενήντα δευτερόλεπτα και τον κοίταξε μια τελευταία φορά. Είδε τον εαυτό της να πνίγεται από τον καθρέφτη και έκλεισε τα ματιά. Καμία αντίδραση πια, ούτε ένα μικρό κούνημα, ούτε μια μικρή φουσκάλα αέρα. Τα μεγάλα χέρια με τα μαύρα γάντια μείωσαν την ένταση που είχαν τυλιχτεί γύρω από το λαιμό της ώσπου τελικά την άφησαν. Ο άντρας, σηκώθηκε όρθιος και έφυγε γρήγορα από το μπάνιο.

Ένα λεπτό και πέντε δευτερόλεπτα. Η ήρεμη, σχεδόν νεκρικά γαλήνια μορφή της γυναίκας μετατράπηκε σε αγρίμι. Τα ματιά της άνοιξαν και με πολύ αργές κινήσεις βγήκε ξανά στην επιφάνεια. Τα πνευμόνια της γέμισαν με καθαρό αέρα και η ίδια έμεινε ακίνητη μέχρι να ανακτήσει και πάλι τις δυνάμεις της.

Εν λεπτό και δέκα δευτερόλεπτα… είχε σπάσει όλα τα ρεκόρ!!

Έξω από το μπάνιο φαινόταν μόνο ένα κινούμενο φως από φακό να πηγαίνει σαν τρελό. Πράγματα έπεφταν κάτω, έσπαγαν και έκαναν πολύ μεγάλο θόρυβο. Κλέφτης, σκέφτηκε. Ήταν η ευκαιρία της να βγει από τη μπανιερά χωρίς να ακουστεί. Πάτησε στη πετσέτα που είχε έξω ακριβώς από τη μπανιερά για να μη γλιστράνε τα πόδια της, έκανε τρία βήματα και έσβησε με σχεδόν μια ανάσα όλα τα κεριά μέσα στο χώρο. Ανέπνευσε για λίγη ώρα τη μυρωδιά του καμμένου φυτιλιού που ήταν η αγαπημένη της και γυμνή όπως ήταν, βγήκε στο διάδρομο και στο απόλυτο σκοτάδι. Μπορούσε να καταλάβει σε ποιο σημείο βρισκόταν αυτός γιατί έβλεπε που έφεγγε ο φακός. Ήταν μέσα στη κουζίνα. Το σώμα της έσταζε νερά αφού δε πρόλαβε να σκουπίσει ούτε αυτό, ούτε τα μαλλιά της. Ο τοίχος που χώριζε το καθιστικό από τη κουζίνα είχε έναν μεγάλο πίνακα διακοσμημένο πάνω του που είχε κρεμάσει κακήν κακώς η ίδια. Κάθισε δίπλα του και προσεκτικά κοίταξε προς το μέρος που ήταν το φως.

Ο φακός ήταν αφημένος πάνω στη νησίδα της κουζίνας αλλά ο κάτοχος του.. δεν ήταν κοντά.

Δε πρόλαβε να αντιληφθεί που μπορεί να έχει πάει αυτός και ένιωσε ένα χέρι να τη πιάνει από το κεφάλι και τα μαλλιά και να τη κοπανάει στο τοίχο. Ευτυχώς για αυτή, ο πινακας που ήταν κρεμασμένος εκεί και έπεσε μαζί της κάτω στο πάτωμα, απέτρεψε ένα μεγαλύτερο ίσως και μοιραίο χτύπημα. Την καβάλησε και με την ίδια μέθοδο ξεκίνησε πάλι να την πνίγει. Όταν τον άκουσε να λέει «ψόφα μωρή σκύλα» ,η φωνή, της φάνηκε γνωστή αλλά εκείνη την ώρα ήταν το λιγότερο που ήθελε να διαλευκάνει. Δε μπορούσε καν να κουνηθεί γιατί τη μπλόκαρε με όλο του το βάρος. Το μόνο που μπορούσε να κουνήσει ήταν τα χέρια της που απεγνωσμένα έψαχναν κάτι να βρού για να ξεφύγει. Λίγο πριν φτάσει στο σημείο να χάσει τις αισθήσεις της, ακούμπησε με τον δείχτη της κάτι που θα της χάριζε για άλλη μια φορά τη ζωή. Το καρφί που έπεσε μαζί με τον πίνακα βρισκόταν ήδη στα χέρια της και με μια απότομη κίνηση του το καρφώνει στο λαιμό. Αυτός τινάχτηκε προς τα πίσω, τόσο από τον πόνο όσο και από τον ξάφνιασμα δίνοντας της το ελεύθερο να σηκωθεί και να φύγει τρέχοντας προς τα μέσα δωμάτια.

Στο διάδρομο, λόγω των νερών που είχε από πριν το πάτωμα, γλίστρησε και έπεσε με το χέρι της. Ο τρόπος που έγινε της προκάλεσε απίστευτο πόνο και μάλλον ράγισμα του καρπού της. Τσίριξε αλλά η αδρεναλίνη της στιγμής δε της άφηνε περιθώρια για κλαψουρίσματα. Έτρεξε και μπήκε στο μοναδικό δωμάτιο του σπιτιού που είχε κλειδί η πόρτα, το γραφείο του άντρα της. Πήγε στη ντουλάπα με τα ρούχα της δουλειάς του και έψαξε να βρεί κάτι παλιά αθλητικά παπούτσια του. Εκεί, θυμήθηκε ότι κρύβει το εφεδρικό του όπλο.

Την ίδια ώρα, ο άντρας που βρισκόταν στο πάτωμα σηκώθηκε και με αίματα να τρέχουν από το λαιμό του, έφτασε έξω από τη κλειδωμένη πόρτα. Ήξερε πώς να τις σπάει αφού το έκανε αρκετά συχνά και στη δουλειά του. Δυο κλωτσιές χρειάστηκαν σε ένα συγκεκριμένο σημείο και η πόρτα έσπασε.

– Άλλο ένα βήμα και πυροβολώ, φώναξε η γυναίκα με το ένα χέρι να στηρίζει το άλλο.

– Δε μπορείς να πυροβολήσεις κάποιον χωρίς σφαίρες.. παλιό φάλαινα, απάντησε με ειρωνία αυτός.

Ήταν τότε που της έγινε πλέον ξεκάθαρο ποια ήταν η φωνή που της φάνηκε γνωστή προηγουμένως καθώς και το κοσμιτικό επίθετο που την είχε στοιχειώσει όλα τα χρόνια. Αυτός ο ξένος που προσπάθησε δυο φόρες να τη σκοτώσει, ήταν ο ίδιος της ο άντρας. Έκανε ένα βήμα προς το μέρος της για μια τρίτη και φαρμακερή απόπειρα αλλά η ατάκα της γυναίκας του τόσο αφοπλιστική που τον πάγωσε στο σημείο που στεκόταν.

– Μα πόσο έχεις υποτιμήσει τη γυναικούλα σου γλυκέ μου, και πάτησε τη σκανδάλη, όχι μια αλλά δυο φόρες, πετυχαίνοντας τον στο στέρνο (είχε βρεί που έκρυβε τις σφαίρες όταν καθάριζε τη ντουλάπα του)

Το σώμα του άντρα της σωριάστηκε άψυχο στο πάτωμα και αυτή έβγαλε μια κραυγή απελπισίας και άρχισε να κλαίει σπαρακτικά. Τα δάκρυα όμως δε κράτησαν πολύ. Κανείς δε θα τη πίστευε ότι βρισκόταν σε άμυνα. Η αστυνομία θα ήταν με το μέρος του και το λιγότερο που θα της έδιναν θα ήταν ισόβια. Έπρεπε κάτι να σκεφτεί και έπρεπε να το κάνει γρήγορα. Έσκυψε δίπλα του και του έβγαλε τα γάντια. Πήρε τα χέρια του και τα πέρασε στο λαιμό της σφίγγοντας τα με δύναμη. Είχε ανατριχιάσει ολόκληρη από την αηδία αλλά έπρεπε να βρουν τα δαχτυλιά του αποτυπώματα πάνω της αλλιώς θα τη κατηγορούσαν για φόνο εκ προ μελέτης. Έγδαρε τα νύχια της στο πρόσωπο του για να φανεί ότι μάχονταν για τη ζωή της και μόλις τελείωσε με όλα αυτά τα διαδικαστικά, κάλεσε το εκατό. Με τρεμάμενη φωνή δήλωσε το φόνο, κάθισε σε μια γωνιά και περίμενε.

Όλα πήγαν σχεδόν όπως τα είχε σχεδιάσει. Κανένας δε μπορούσε να τη κατηγορήσει ότι το είχε προμελετημένο. Τα δαχτυλικά του αποτυπώματα ήταν σε όλα τα πράγματα που έσπαγε στο σπίτι για να φανεί ότι ήταν διάρρηξη. Το συμβολαιογραφικό έγγραφο που υπέγραψε τότε που επισκέφτηκε στη φίλη της, ήταν η ίδια της η διαθήκη με την αιτιολογία ότι φοβόταν για τη ζωή της. Το δώρο που αγόρασε στην περίεργη και κουτσομπόλα γειτόνισσα ήταν ένα κινητό με καλή κάμερα, ώστε να τραβάει φωτογραφίες κάθε φορά που, ο νεκρός πλέον άντρας της, τη χτύπαγε στη κουζίνα, σαν αποδεικτικό στοιχείο. Ο αστυνομικός και φίλος του δε θα μπορούσε να τον δικαιολογήσει για την απουσία του από το ταξίδι γιατί θα θεωρούταν συνένοχος. Έξαλλου, δε γνώριζε ότι ο φίλος του θα γύρναγε σπίτι, όταν του είπε ότι θα πάει σε μια γρήγορη δουλειά και θα επέστρεφε. Είχε δει πως φερόταν στη γυναίκα του και αυτό ενίσχυε την απολογία της.

Στο ασθενοφόρο καθόταν με μια κουβέρτα σκεπασμένη και το χέρι της ήταν δεμένο.. Εκείνη την ώρα έφτασε και η φίλη της. Ήταν αδιανόητο πώς κατάφερε και ξέφυγε από την τρέλα αυτού του ανθρώπου. Της είπε ότι από δω και πέρα η ζωή είναι όλη μπροστά της και δε θα ξανά αφήσει κανέναν να τη πειράξει. Τη στιγμή που την αγκάλιασε, κοίταξε πάνω από τον ώμο που είχε ακουμπήσει το κεφάλι της και είδε τη γειτόνισσα της να της κλείνει το μάτι, κάνοντας νόημα ότι τα κατάφερε μια χαρά. Έκλεισε και αυτή το δικό της και κρύφτηκε πίσω από τα μαλλιά της φίλης της.

Χαμογέλασε και πάλι… αυτή τη φορά όμως γιατί ήξερε ότι ο λεκές έφυγε για πάντα από πάνω της!!

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: