Chapter 11 (ΚΑΝΕ ΜΙΑ ΕΥΧΗ)

Η μέρα φαινόταν ότι θα ήταν ωραία.

Στο βορινό μέρος της πόλης, σε μια μονοκατοικία με ψηλά κάγκελα και πολύ πυκνή βλάστηση ώστε να περιορίζεται η ορατότητα στους απ´ έξω, γινόταν καυγάς. Όταν η κόρη αποφάσισε να πει επιτέλους στους γονείς της, ότι τη σχέση της τη βλέπει πιο σοβαρά και σκέφτονται να παντρευτούνε, περίμενε ότι θα είχε αντιδράσεις από το ένα μέλος αλλά όχι σε τέτοιο βαθμό. Η κυρία του σπιτιού, με το μπάνιο της να διακοσμείται με όλες της σειρές της Kerastase γιατί της άρεσαν τα χρώματα, ενώ ποτέ δε λουζόταν σπίτι και μια ντουλάπα που θα ζήλευε και η Carrie Bradshaw, δεν ήταν καθόλου σύμφωνη με την απόφαση της κόρης της. Ο νεαρός αυτός δε πληρούσε ούτε στο ελάχιστο τις προδιαγραφές που είχε φανταστεί για τον άντρα της μονάκριβης της. Ένας καλλιτεχνάκος που έχει τελειώσει ένα ΙΕΚ με το ζόρι και με καμάρι λέει ότι έχει αποφοιτήσει κι από δραματική σχολή, δεν είναι επ ουδενί ο γιος που θα ήθελε να αποκτήσει. Τα χρήματα την είχαν αλλάξει πολύ. Είχε ξεχάσει ότι δε γεννήθηκε η ίδια πλούσια, ούτε δούλεψε ποτέ σκληρά για να γίνει. Απλά ήταν πολύ τυχερή που βρήκε έναν άντρα με πάρα πολύ καλή δουλειά και με τη πολυτέλεια να μπορεί να τη συντηρεί αξιοπρεπέστατα χωρίς πια αυτή να κουνάει ούτε το μικρό της δαχτυλάκι.

Τα λεφτά σε διαβρώνουν και σου μετατρέπουν τη μνήμη σε επιλεκτική. Ξεχνάς όλα τα άσχημα και ζεις μόνο για το τώρα. Τρεις δεκαετίες όμως πίσω, ήταν η ίδια η γυναίκα που πήγαινε να βοηθήσει το τότε αγόρι της όταν αυτό ξέμενε από έμπνευση και έπρεπε να ζωγραφίσει πίνακες για να κάνει την πρώτη του έκθεση. Είχε βρεθεί τότε κάποιος που πίστεψε σε αυτόν και θα τον προωθούσε, μόνο αν τα εξέθετε στο κοινό. Είχε αυτός τα μέσα να τον κάνει διάσημο. Ο ίδιος όμως δεν είχε την όρεξη να ακολουθήσει αυτό το τρόπο ζωής. Ήθελε απλά να δημιουργεί. Δεν τον ένοιαζε να βγάζει λεφτά από αυτό. Εκεί ερχόταν ο ρόλος της και προσπαθούσε να τον παροτρύνει να γίνει πιο εμπορικός. Τον αγαπούσε και ήθελε να είναι ο πατέρας των παιδιών της αλλά άφραγκος όπως ήταν, δεν είχε καμία πιθανότητα να το πετύχει. Τον άφησε στα κρύα του λουτρού ένα βράδι με καταρρακτώδη βροχή. Στο δρόμο όπως έτρεχε, της άνοιξε η βαλίτσα και ξεχύθηκε όλη η προίκα που είχε μέσα. Ένα μαύρο αυτοκίνητο σταμάτησε δίπλα της ακριβώς. Στην απόγνωση της να τα μαζέψει γρήγορά να μη βραχούν όλα, δε πρόσεξε τον κύριο που κάθισε από πάνω της και της άνοιξε την ομπρέλα του. Εκείνο το βράδυ ήταν αυτός που τη πήγε στο πατρικό της να ηρεμήσει, ο ίδιος που της ζήτησε να βγούνε την επόμενη μέρα και ο άντρας που κατέληξε σύζυγος της μετα από δυο χρόνια. Από εκείνο το βράδυ και έπειτα, οι βροχερές μέρες έγιναν οι αγαπημένες της. Μια σαν αυτές, της άλλαξε τότε τη ζωή.

Μια σαν αυτές, θα της την άλλαζε και σήμερα.

Η κόρη της έφυγε με πρησμένα από τα δάκρυα μάτια και αυτή έμεινε πίσω να κάνει τσιγάρο και να ετοιμάζεται να κατέβει στο κέντρο να ψωνίσει. Είχε συγχιστεί απίστευτα και κάπως έπρεπε να ξεσπάσει. Ένα ζευγάρι παπούτσια, αξίας όσο ο μισθός ενός σημερινού υπάλληλού, θα την ηρεμούσαν μιας και η άρνηση να δώσει την ευχή της για αυτό το γάμο της είχε προκαλέσει φοβερή ημικρανία. Η κόρη της δε θα πέρναγε τα ίδια με αυτή. Η τύχη της έπρεπε να ήταν άλλη και αυτή ήταν η αρμόδια να τη καθορίσει.

Ντύθηκε, βάφτηκε, στολίστηκε, κάλεσε ταξί και ξεκίνησε για το κέντρο.

Όταν είχαν αγοράσει το σπίτι οι γονείς της, αυτή ήταν μόλις πέντε χρονών. Ένα διαμέρισμα, στη δεξιά πλευρά μιας πελώριας πολυκατοικίας στο ανατολικό μερος της πόλης. Θυμάται τους γονείς της να την παίρνουν σε δουλειές μαζί αφού δεν είχαν κανέναν να την αφήσουν γιατί ο πιο κοντινός συγγενής βρισκόταν διακόσια χιλιόμετρα μακριά. Σε ένα επαγγελματικό ταξίδι, έξω από τη πόλη, το κοριτσάκι ξάπλωσε στο πισω κάθισμα και με τη βοήθεια του μονότονου ήχου της μηχανής σε συνδυασμό με τα φώτα που πέρναγαν με ταχύτητα από τα ματιάς της, κοιμήθηκε. Αυτός ήταν και ο τίτλος ειδήσεων των εννέα, όταν παρουσίαζαν ένα τραγικό δυστύχημα στην εθνική με δυο αμάξια που συγκρούστηκαν μετωπικά. Σκοτώθηκαν και οι δυο οδηγοί με τους συνοδηγούς τους αλλά έζησε ένα μικρό κοριτσάκι που ευτυχώς κοιμόταν εντελώς ξαπλωμένο στο πισω κάθισμα και για καλή του τύχη, έπεσε πάνω στα μπροστινά την ώρα της σύγκρουσης και γλύτωσε με μια ελαφριά διάσειση. Τα χιλιόμετρα των μοναδικών συγγενών που υπήρχαν μεταξύ τους, εκμηδενίστηκαν μιας και πλέον έπρεπε να τη βοηθήσουν να ορθοποδήσει και να μεγαλώσει σαν ένα φυσιολογικό παιδί. Η ίδια δεν ήθελε να φύγει από το σπίτι που είχε τόσες αναμνήσεις οπότε αναγκάστηκαν να έρθουν εκείνοι σε αυτό.

Μπορεί τα χρόνια να πέρασαν, η κοπέλα να έγινε μια πανέμορφη έφηβος αλλά όποιος την έβλεπε καταλάβαινε ότι ο τότε σωματικός τραυματισμός, της άφησε και άλλες πληγές, πιο βαθιές. Δώδεκα χρόνια είχαν περάσει από το θάνατο των γονιών της, όμως εκείνη συνέχιζε να κοιμάται με τις φωτογραφίες τους αγκαλιά, σχεδόν κάθε μέρα πήγαινε στο νεκροταφείο και άφηνε λουλούδια και ήταν οι πρώτοι που θα τους έλεγε καλημέρα και οι τελευταίοι που θα καληνύχτηζε. Στη προσευχή της το βράδυ, το μόνο πράγμα που ζητούσε ήταν να την πάρουν κοντά τους. Η μοναξιά της ψυχής της την είχε στοιχειώσει και πλέον δεν έβλεπε τίποτα θετικό. Η αυτοκτονία ήταν για αυτή μια καραμέλα που πιπίλαγε πολύ συχνά, όμως δεν ήταν τόσο δυνατή να το κάνει. Κάθε φορά που αισθανόταν ότι έπιανε πάτο ψυχολογικά, έπαιρνε το ποδήλατο της και κατέβαινε στο κέντρο της πόλης. Εκει, στο σιντριβάνι που βρίσκεται στη μέση της πλατείας, θυμόταν που καθόντουσαν όλοι μαζί, με ένα παγωτό στο χέρι και τον πατέρα της να πετάει πάντα ένα κέρμα και να της λέει να κάνει μια ευχή. Αυτή, ως μικρό παιδάκι, πάντα ευχόταν καθε φορά που κατέβαιναν στο κέντρο, να πήγαιναν στο ίδιο ακριβώς σημείο και να τρώγανε το αγαπημένο της παγωτό. Εξάλλου, ήταν και η μόνη έξοδος που πέρναγε ποιοτικό χρόνο με τους γονείς της. Στην είσοδο του σπιτιού, κλειδωμένο σε μια κολώνα βρισκόταν το μέσο που θα την έκανε να ξεχαστεί και σήμερα.

Καβάλησε το ποδήλατο και ξεκίνησε για το κέντρο.

Όταν γεννήθηκε, όλοι στο μαιευτήριο είπαν ότι ήταν από τα ομορφότερα μωρα που είχαν δει. Η μύτη φαινόταν γαλλική, όπως της μητέρας του, είχε πάρει τα χείλη του πατέρα του που ήταν σαρκώδη και τα μάτια της γιαγιάς του. Μπλε τόσο ανοιχτό που νόμιζες ότι ήταν διάφανα. Δυστυχώς, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, η όραση του άρχισε να ελαττώνεται λόγω ατροφίας του οπτικού νεύρου. Οι γιατροί, ύστερα από πολλά χειρουργεία και θεραπείες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το παιδί αυτό δε θα μπορέσει να δει το φως της μέρας..ποτέ ξανά. Είναι καλύτερο να μη θυμάσαι πώς είναι να βλέπεις και να είσαι στο σκοτάδι, από το να στο στερήσουν μετα, που έχεις βιώσει την απόλυτη ομορφιά της ζωής μέσα απο τα μάτια σου. Κάπως έτσι μεγάλωσε κι αυτό το παιδί και αισίως έφτασε τα είκοσι. Το πρόβλημα της όρασης του δεν τον επηρέασε πουθενά. Έμαθε να διαβάζει και να γράφει με την ειδική μέθοδο για τυφλούς, έκανε πολλές δραστηριότητες για να κρατιέται σε φόρμα και είχε δίπλα του τον καλύτερο φίλο που θα μπορούσε να αποκτήσει σε αυτή τη ζωή. Έναν σκύλο οδηγό. Τον είχε από κουτάβι και με ειδική εκπαίδευση έγινε ο κολλητός του. Δε πήγαινε πουθενά χωρίς αυτόν. Ήταν τα βήματα του, η όρασή του..ο απόλυτος βοηθός του.

Οι γονείς του ήταν οι πιο καλοί άνθρωποι του κόσμου. Από την ώρα που κατάλαβαν το πρόβλημα που είχε ο γιος τους, δεν τον ξεχώρισαν ποτέ από τη μικρότερη, κατά τρία χρόνια, αδελφή του. Του φερόντουσαν φυσιολογικά γιατί απλούστατα ήθελαν να μεγαλώσουν ένα ακομπλεξάριστο και ψυχικά υγιή νέο. Και τα κατάφεραν. Ήταν πρότυπο μαθητή, όλοι ήθελαν να κάνουν παρέα μαζί του, ακόμα και μερικά κορίτσια γοητευόντουσαν από τον τρόπο που μιλούσε και κινούνταν. Μάλιστα, όταν κάποια από αυτά έβλεπαν ότι τα υπόλοιπα αγόρια τα απέρριπταν, για οποιοδήποτε ελάττωμα είχαν, κατέληγαν να κολλάνε σε αυτόν που νοερά, όλες τις «έβλεπε» κούκλες. Σήμερα θα είχε και το πρώτο ραντεβού με μια κοπέλα που του είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον. Την πέρναγε τρία χρόνια όμως φαινόταν να είχε παραπάνω μυαλό από τις υπόλοιπες. Δεν ήξερε πως ήταν εξωτερικά αλλά ούτε που τον ένοιαζε. Αυτό που τον απασχολούσε ήταν ότι μόνιμα την άκουγε μελαγχολική. Ήθελε όλοι δίπλα του να είναι ευτυχισμένοι και η κοπέλα αυτή σίγουρα χρειαζόταν κάποιον να της δείξει το δρόμο. Αφού το είχε καταφέρει αυτός.. θα έπρεπε να μπορούν και οι άλλοι. Ήξερε οτι σύχναζε σε ένα συγκεκριμένο μέρος του κέντρου, οπότε θα ήταν μια καλή ευκαιρία να τη συναντήσει και ποιος ξέρει, μπορεί και να της άρεσε. Όλα τα καλά, τυχαία γίνονται.

Πήρε τον μοναδικό φιλαράκο του, του πέρασε το ειδικό λουρί και ετοιμάστηκε για το κέντρο.

Στο νότιο τμήμα της πόλης θα μαζευόταν κόσμος πολύς. Είχε κανονιστεί πριν από καιρό να ενωθούν όλοι οι μικροπωλητές και ο καθένας έχοντας το δικό του περίπτερο, να προσπαθήσει να κάνει, όσο το δυνατόν περισσότερο, γνωστή την επιχείρηση του. Εκεί βρισκόταν κι ένας κύριος που μπορεί τα χρόνια να είχαν περάσει από πάνω του, το πρόσωπο του όμως φαινόταν ακόμα νέο. Δεν είχε ζήσει εύκολα, μιας και η δουλειά του ποτέ δε του επέτρεψε να βγάλει πολλά χρήματα, όμως ήταν πάντα τόσο θετικός και αισιόδοξος που αυτό αντανακλούσε στην όψη του. Το δικό του περίπτερο βρισκόταν κοντά στις σκάλες, γεγονός που τον ευχαριστούσε γιατί θα ήταν καλό πέρασμα. Οι πίνακες που πούλαγε μπορεί να μην ήταν ακριβοί, όμως για αυτόν, είχαν τεράστια σημασία και αξία. Κάποιους από αυτούς δε, τους είχε από τα νιάτα του. Η ανάγκη όμως τον έσπρωξε να τα πουλήσει φτηνότερα, ώστε να μπορεί να παρέχει τα προς το ζην στην οικογένεια του.

Ποτέ δεν ήταν φιλοχρήματος, ούτε τον ένοιαζε η καλή ζωή. Αισθανόταν ευτυχισμένος μόνο με λιγοστά πράγματα. Είτε ήταν θυμωμένος είτε χαρούμενος, το εξέφραζε μέσω της ζωγραφικής. Δε πήγε ποτέ σε κάποια σχολή. Ήταν αυτοδίδακτος και μάλιστα στην πρώτη έκθεση που είχε καταφέρει να κάνει, όταν κάποιος είδε δουλειά του και του έδωσε το βήμα, όλοι θεώρησαν ότι γεννιέται ένα νέο αστέρι. Δυστυχώς, ο καλλιτεχνικός χώρος δεν είναι και ο πιο καθαρός, συνεπώς αν δε μπορείς να προσαρμοστείς και να ελιχθείς ανάλογα, σε τρώνε οι άλλοι. Κάπως έτσι ξέπεσε να έχει δικό του περίπτερο με πίνακες που θα μπορούσαν να διακοσμούν την πιο εκλεπτυσμένη γκαλερί. Μπορεί να έκλαιγε μέσα του κάθε φορά που πούλαγε έναν όμως ήξερε ότι αυτό θα του προσφέρει μια βδομάδα φαγητό στο σπίτι του. Τα δημιουργήματα των καλλιτεχνών είναι τα παιδιά τους και όπως είναι φυσικό, δε τα αποχωρίζονται καθόλου εύκολα.

Η ώρα ήταν δώδεκα πάρα δέκα το μεσημέρι. Αν ήταν καθημερινή ο κόσμος θα ήταν ο μισός όμως σήμερα γίνεται χαμός. Είναι Κυριακή και όλοι ξεχύθηκαν στους δρόμους να χαρούν την ημέρα. Μια ημέρα που ενώ ξεκίνησε με έναν φανταστικό και λαμπερό ήλιο, τα σύννεφα άρχισαν να μαζεύονται γρήγορα κι από μακριά ακουγόντουσαν μπουμπουνητά. Αυτό δεν την ενοχλούσε καθόλου γιατί οι βροχερές μέρες ήταν οι καλύτερες της. Η ομπρέλα της ήταν τόσο ακριβή που και τυφώνα να έκανε, δε στράβωνε με τίποτα. Οι πρώτες ψιχάλες ξεκίνησαν να πέφτουν και ο κόσμος επιτάχυνε το βήμα του, για να βραχούν όσο το δυνατόν λιγότερο. Πολλοί από αυτούς βρήκαν προστασία κάτω από τις τέντες των περιπτέρων περιμένοντας να σταματήσει η βροχή. Στη τέντα του μπροστά, κάθισε και η κυρία με τη φαντασμαγορική ομπρέλα. Τον κοίταξε με οίκτο και μετα έκανε οτι καθαρίζει το πανάκριβο παλτό της. Μπορεί να ήταν ωραίος για την ηλικία του αλλά είχε ένα σημαντικό μειονέκτημα, ήταν φτωχός. Εκείνος, δε κατάλαβε στην αρχή ποια είναι αλλά μόλις παρατήρησε τον αγαπημένο του πίνακα, που βρισκόταν ακριβώς από πισω του, τα θυμήθηκε όλα. Ήταν η ίδια που πόζαρε για αυτόν τότε. Ήταν η πρωταρχική του έμπνευση. Ήταν ο πίνακας που, και να μην ειχαν να φάνε, δε θα πούλαγε ποτέ!!

Δώδεκα πάρα πέντε και η βροχή άρχισε να δυναμώνει. Δε το είχε προβλέψει, όμως περπατούσε με το φιλαράκο του, βρεγμένος αλλά το ίδιο χαρούμενος και θετικός, ελπίζοντας να βρει τη κοπέλα που τόσο ήθελε να γνωρίσει καλύτερα. Ξαφνικά αισθάθηκε ένα χέρι να τον πιάνει και να τον οδηγεί κάπου. Ήταν αυτή, που με τη δική της ομπρέλα, του πρόσφερε προστασία και τον οδήγησε στο αγαπημένο της μέρος, το σιντριβάνι της πλατείας. ¨Όταν αλλάζει έτσι ο καιρός και από ήλιο βρέχει, σημαίνει ότι κλαίει ο Θεός», ήταν η πρώτη της κουβέντα. Αυτό της έλεγε ο πατέρας της κάθε φορά που έβρεχε και την έπαιρνε αγκαλιά να μη φοβάται τις βροντές. Ενδόμυχα, αυτό ήθελε κι αυτό ευχόταν όλα της τα χρόνια όταν, η ίδια πια, έριχνε το κέρμα. Μια μεγάλη αγκαλιά του μπαμπά της. Πήρε το χέρι του, του έδωσε ένα από τα δυο νομίσματα που είχε στο χέρι της και του ζήτησε να κάνει και αυτός μια ευχή ρίχνοντας το μέσα στο νερό. Μέσα του, ευχήθηκε να μπορούσε να τη δει έστω για κάποια δευτερόλεπτα. «Εύχομαι να σου συμβεί ό,τι ποθεί η καρδιά σου, ώστε να είσαι ευτυχισμένη», της είπε τελικά. Το κέρμα έφυγε από το χέρι του και διέγραψε με τοξοειδή πορεία με στόχο τον βρώμικο πάτο του σιντριβανιού πίσω του. Οι καμπάνες της εκκλησίας σήμαναν την ώρα ακριβώς δώδεκα και το νόμισμα μόλις που είχε ακουμπήσει το νερό όταν ακούστηκε ένα μεγάλο…

ΜΠΑΜ

Δευτερόλεπτα πριν τον απόλυτο πανικό επικρατούσε νεκρική σιγή. Δεν κουνιόταν τίποτα ούτε ακουγόταν και τίποτα. Σχεδόν ένα λεπτό μετά ξεκίνησαν οι πρώτες τσιρίδες και τα ουρλιαχτά. Άνθρωποι άρχισαν να τρέχουν σαν τρελοί από δω κι από κει και το χρώμα πλέον που χαρακτήριζε όλους ήταν το κόκκινο, του αίματος. Η βόμβα που είχε τοποθετηθεί από τρομοκράτες, για τον όποιο λόγο θεώρησαν αυτοί ότι αξίζει να τη βάλουν, είχε προκαλέσει την καταστροφή της όμορφης πλατείας που μόλις πριν λίγο έσφυζε από ζωή και γέλια. Είχε τοποθετηθεί από την απέναντι πλευρά του περιπτέρου του όμως η ζημιά που του προκάλεσε ήταν τρομερή. Τόσο αυτό όσο και ο ίδιος πετάχτηκαν μέτρα μακριά. Η ομπρέλα της ήταν πολύ ανθεκτική αλλά όχι και τόσο. Η ίδια βρισκόταν κάτω από κάποια ξύλα εγκλωβισμένη και απο ένα μικρό άνοιγμα που είχε δημιουργηθεί, έμπαινε αέρας και έτσι μπορούσε να ανασαίνει. Ανέβασε το βλέμμα της προς το φως και το μόνο που μπορούσε να διακρίνει ήταν πέτρες, χώμα, λάσπη και κάπου ανάμεσα σε αυτά, ένας λευκός καμβάς με ένα πρόσωπο που της έμοιαζε. Κάθε σταγόνα που έπεφτε πάνω του το μετέτρεπε σε μια μουτζούρα και έχανε την αρχική του όψη. Η συνειδητοποίηση του ποια ήταν ζωγραφισμένη στον καμβά ήρθε σε σύγκρουση με το ποια είχε γίνει τώρα στη πραγματικότητα. Το μόνο που πέρναγε πια από το μυαλό της ήταν να πάρει τη κόρη της και να της ζητήσει συγνώμη για όλα. Δεν ήθελε να πεθάνει εκεί χωρίς να της πει ότι την αγαπάει και ότι οποιοσδήποτε την έκανε ευτυχισμένη, θα έκανε και αυτή. Τα νερά έμπαιναν με δύναμη σε αυτό το μικρό κενό και στιγμιαία σκέφτηκε ότι η θέα της παραμορφωμένης πια εικόνας της στον πίνακα θα ήταν και η τελευταία όμως, όπως τότε, κάποιος στάθηκε απο πάνω, της έδωσε το χέρι του, την έπιασε με δύναμη και τη τράβηξε έξω. «Όλα θα πάνε καλά» της είπε και την ακούμπησε σε ένα πεζούλι που είχε δημιουργηθεί από τα σπασμένα σκαλοπάτια που πριν απο λίγο υπήρχαν δίπλα στο περίπτερο του.

Ήταν αυτός.. που τη είχε ζωγραφίσει, αυτός που την είχε αγαπήσει, αυτός που την έσωσε με οποιοδήποτε τρόπο ένας άνθρωπος μπορεί να σωθεί. Τελικά η μέρες της βροχής είναι πράγματι οι τυχερές της.

Το κεντρικό σιντριβάνι της πλατείας δεν ήταν πια ίδιο. Το νερό, που πλέον χυνόταν από αυτό, προσθετικά με τη βροχή, γέμιζε μια βαθιά λακούβα που άνοιξε δίπλα του. Τα άτομα που βρίσκονταν εκεί κοντά είχαν διασκορπιστεί σε πολλά σημεία της πλατείας αλλά κάποια από αυτά είχαν κατρακυλήσει στη τεχνίτη τρύπα που η έκρηξη αυτή είχε δημιουργήσει. Δύσκολα μπορούσε κανείς να ακούσει κάποιον από εκεί ,όμως μέσα σε αυτό το χαμό ακουγόταν ένα συνεχές γάβγισμα αλλά και κλάμα μαζί. Ένας άντρας, αρκετά πληγωμένος στο πρόσωπο και στο δεξί του χέρι, ακούγοντας αυτό το γάβγισμα έσπευσε σε εκείνο το σημείο να προσφέρει όση βοήθεια του επέτρεπε η κατάσταση του. Το θέαμα ήταν σοκαριστικό και παράλληλα συγκινητικό. Ένας σκύλος είχε στο στόμα του ένα ανθρώπινο πόδι και το τράβαγε με δύναμη προς το μέρος του. Όποτε το άφηνε, γάβγιζε δυνατά και έκλαιγε. Ήθελε κάποιος να το ακούσει. Κάποιος να ενδιαφερθεί και να σώσει το φίλο που είχε μια ολόκληρη ζωή δίπλα του. Ο άντρας ξεκίνησε να βγάζει με δύναμη το χώμα που είχε καλύψει το σώμα αυτού του παιδιού. Ο χρόνος ήταν εναντίον του αλλά ήταν τόσο αποφασισμένος που, ενώ το χέρι του είχε σχεδόν παραλύσει, η ανάγκη να το σώσει του έδινε απεριόριστη δύναμη. Τα λεπτά φάνηκαν αιώνας όμως σιγά σιγά το σώμα του παιδιού είχε ξεθαφτεί και πλέον το προσωπάκι του φαινόταν καθαρά. Ο άντρας, τον πήρε στα χέρια του και έβαλε τα δάχτυλα του στο λαιμό για να πιάσει το σφιγμό του. Η ένδειξη οτι δεν αναπνέει τον οδήγησε σε τεχνητή αναπνοή μιας που ήταν ναυαγοσώστης και γνώριζε πώς παρέχουν τις πρώτες βοήθειες. Ένας απότομος βήχας έδωσε και το σήμα οτι το παιδί επανήλθε στη ζωή. Η τύχη ήταν με το μέρος του, όχι όμως για όλους.

Ο σκύλος, που καθόταν πλέον στην αγκαλια του, συνέχιζε να κλαψουρίζει, κοιτάζοντας μία αυτόν μία ένα σημείο πέντε μέτρα μακριά. Κανείς δε μπορούσε να καταλάβει τί ακριβώς κοίταγε με τόση περιέργεια και ποτέ κανείς δε πρόκειται να μάθαινε. Σε αυτά τα πέντε μέτρα βρισκόταν ένα άτομο σκεπασμένο τελείως από χώμα και τσιμέντο. Το μόνο πράγμα που διακρινόταν από μακριά ήταν κάτι που γυάλιζε στη παλάμη του άψυχου πια κορμιού του. Ένα νόμισμα που προοριζόταν να πραγματοποιήσει μια ευχή, διαφορετική από οποιαδήποτε άλλη. Δε μπόρεσε να φτάσει το στόχο του, παρόλα αυτα, βγήκε αληθινή. Αυτό που ζήταγε δώδεκα ολόκληρα χρόνια ήταν να συναντήσει και πάλι τους γονείς της. Λαχταρούσε να τους ξαναπάρει αγκαλιά και να χωρέσει στο διπλό κρεβάτι ανάμεσα τους, εκεί στη ζεστή φωλίτσα, όπως έλεγε στη μαμά της. Εκεί λοιπόν πήγαινε, σαν ένα δυνατό φως που βρήκε διέξοδο από το σκοτάδι και σκορπίζεται στον αέρα. Αυτό το φως έβλεπε και ο σκύλος του παιδιού που έπαιρνε τις πρώτες του ανάσες και πάλι. Όταν άκουσε όμως ότι μια κοπέλα με ένα νόμισμα στο χέρι δε τα κατάφερε λύγισε. Ίσως ήταν καλυτέρα που δε μπορούσε να τη δει. Το κλάμα του ήταν σπαρακτικό και ακουγόταν πιο δυνατά απ´όλους. Παρακάλεσε τον άνθρωπο που τον βοήθησε, να του φέρει αυτό το νόμισμα και μόλις το πήρε στα χέρια του, το φίλησε, το πέταξε ψηλά στον αέρα και με όση δύναμη του είχε απομείνει, φώναξε απο τα βάθη της ψυχής του..

«Να είσαι ευτυχισμένη εκεί ψηλά, τ΄ακούς; Μου το χρωστάς»!!

Η μέρα φαινόταν ότι θα ήταν ωραία..

Μια έκρηξη όμως έφερε μια τεράστια αλλαγή, τόσο στην εικόνα της κεντρικής πλατείας αυτής της πόλης όσο και στους ανθρώπους που ζούσαν σε αυτή. Τους έμαθε για τη φιλία, τη συγχώρεση, την συμπόνια, την αγάπη.. το θάνατο. Τους έμαθε επίσης ότι ο χρόνος είναι σχετικός και οι άνθρωποι τόσο ασήμαντοι μπροστά του. Όλοι γύρισαν διαφορετικοί στα σπίτια τους. Τίποτα δεν ήταν ίδιο πια. Το Μπαμ αυτό ήταν ένα μοιραίο ξύπνημα συνείδησης..

Ένα πραγματικό μάθημα ζωής..

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: