Chapter 10 (ΑΛΗΘΕΙΑ..ΘΕΜΑ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟ)

Ένα φως στο διπλανό γραφείο αναβόσβηνε και του είχε δημιουργήσει μεγάλο εκνευρισμό. Από τότε που έδυσε ο ήλιος μέχρι τώρα που κόντευε έντεκα και μισή, δούλευε και παράλληλα αισθανόταν ότι έπαιζε το μάτι του με αυτό το άναψε σβήσε. Ο επιστάτης εννοείται ότι είχε φύγει από πολύ νωρίς και το χαρτάκι που του αφήνει κάθε βραδύ στο γραφείο του για να το φτιάξει, βρίσκεται μόνιμα στον κάδο απορριμμάτων κάτω από αυτό. Είναι τόσο προκλητικός δε, που το αφήνει να φαίνεται πεταμένο για να του δείξει πόσο δε του δίνει σημασία και πόσο ανάξιο να ασχοληθεί μαζί του τον έχει. Αν δε το κάνει ο ίδιος, όπως και τα περισσότερα εκεί μέσα, δε θα το κάνει κάνεις. Ήταν έτοιμος να κλείσει τον υπολογιστή όταν μέσα στην ησυχία ακούστηκε η δόνηση του κινητού. Η γυναίκα του τον έπαιρνε για τρίτη φορά μέσα σε μια ώρα. Δεν ήθελε να το σηκώσει. Δεν ήταν έτοιμος να της μιλήσει.

Δεν ήθελε να καταλάβει ότι τα ξέρει όλα..

Το σπίτι του βρισκόταν μισή ώρα από τη δουλειά με το αυτοκίνητο και μια ώρα και κάτι με τα μέσα μεταφοράς. Αποφάσισε όμως να γυρίσει με τα πόδια, μιας και ήταν αργά και το δρομολόγιο του λεωφορείου ήταν πιο αραιό. Εξάλλου, πηγαίνοντας απο στενά, θα έφτανε και πιο γρήγορα. Ο κρύος αέρας θα του ξεμπλόκαρε το μυαλό και το περπάτημα θα του έκανε καλό στο να χαλαρώσει και να ηρεμήσει. Το πακέτο με τα τσιγάρα του βρισκόταν πάντα στη δεξιά τσέπη του παλτού του και ο αναπτήρας στην αριστερή. Ένας φίλος του είχε πει, πάντα να τα έχει ξεχωριστά, αν θέλει να μη ξεμένει από φωτιά. (Τσιγάρα βρίσκεις σίγουρα από κάποιον. Οι αναπτήρες είναι μόνιμα υπό εξαφάνιση όταν τους ψάχνεις). Εκεί είχε και το χαρτί με τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Του μπήκε για λίγο η ιδέα να τους βάλει φωτιά μιας και τα δυο έπιαναν χώρο στο ίδιο μέρος αλλά η ανάγκη του να καπνίσει υπερίσχυσε.

Τα φώτα του σπιτιού του ήταν κλειστά όταν έφτασε. Μπήκε μέσα με ησυχία αλλά αυτή η πόρτα της εισόδου με το τρομακτικό τρίξιμο της δε τον βοήθησε ιδιαίτερα. Ανέβηκε τη σκάλα, έβγαλε τα ρούχα του έξω από το δωμάτιο τους για να μην ακουστεί και χωρίς να πλυθεί καν, έπεσε για ύπνο. Το υπόστρωμα από τη πλευρά του δεν ήταν αναμμένο και η υγρασία στα σεντόνια τον έκανε να κουλουριαστεί σε εμβρυακή θέση για να ζεσταθεί. Επίτηδες δε του το άνοιξε μάλλον, σκέφτηκε και έκλεισε τα ματιά του. Το πορτατίφ όμως από τη δική της πλευρά άνοιξε και το δωμάτιο γέμισε με ένα κιτρινωπό φως. Αυτός συνέχισε να κάνει οτι κοιμάται αλλά όταν την άκουσε να γυρνά προς το μέρος του και ένιωσε ότι τον κάρφωνε με αυτά τα γαλάζια μάτια της, οι επιλογές του είχαν εκμηδενιστεί.

Ήρθε η ώρα να ανοίξει και αυτός τα δικά του..

Το προηγούμενο βράδυ, τέτοια ακριβώς ώρα βρισκόντουσαν στο αγαπημένο τους εστιατόριο. Το φαγητό που παρήγγειλλαν πάντα ήταν το ίδιο. Ακόμα και η σαλάτα με το γλυκό. Δε χρειαζόταν να πουν πια τί θέλουν από το κατάλογο, τα γκαρσόνια τους ήξεραν και τους σέρβιραν χωρίς καν να ρωτήσουν. Όμως αυτή τη φορά, όταν έκατσαν, έκανε ένα λεπτεπίλεπτο νόημα με το χέρι της για να έρθουν στο τραπέζι τους. Αυτός ξαφνιάστηκε αλλά μάλλον το θεώρησε μέρος της έκπληξης που του είχε υποσχεθεί στο μήνυμα που του είχε στείλει στο κινητό. Θα μπορούσε να τον πάρει τηλέφωνο αλλά της είχε πει ότι δε θα μπορεί γιατί στο γυμναστήριο το τηλέφωνο το αφήνει στα αποδυτήρια. Η αλήθεια ήταν όμως ότι αυτή τη φορά δεν γύμναζε το κορμί του την ώρα που έλαβε το μήνυμα. Ήταν στο ιατρείο ενός γιατρού και άκουγε με προσοχή τα αποτελέσματα των εξετάσεων που είχε κάνει μια εβδομάδα νωρίτερα, πάλι εν αγνοία της.

Σιχαινόταν τα μυστικά αλλά έπρεπε να σιγουρευτεί πρώτα πριν κάνει οποιαδήποτε νύξη στη γυναίκα του.

Ο σερβιτόρος την κοίταξε με απορία όταν του είπε ότι αυτή δε θα πιει κάτι παρά μόνο νερό. Συνήθως έπαιρναν ένα ροζέ κρασί σε μπουκάλι, αυτός έπινε ένα ποτήρι και το υπόλοιπο το τελείωνε αυτή. Επίσης η σαλάτα ήταν εκτός μενού καθώς και κάποια πολύ παχυντικά ορεκτικά. Ο άντρας της δεν είπε κουβέντα γιατί τον συνέφερε όλο αυτό. Έπρεπε να ξεκινήσει κάποια θεραπεία οπότε η νέα διατροφική συνήθεια της γυναίκας του, του έκατσε κουτί. Τουλάχιστον δε θα χρειαζόταν να της πει το λόγο που το κάνει μιας και αυτή είχε πάρει τα ηνία και ήταν έτοιμη να ξεκινήσει την ανάλυση της έκπληξης αυτής. Το φιλέτο κοτόπουλο με τα ψητά λαχανικά κόντευε να τελειώσει και το ποτήρι νερού του είχε γεμίσει ήδη δυο φορές. Κάτι έπρεπε να πιει για να μπορέσει να ανταπεξέλθει μιας και αλκοόλ απαγορευόταν. Το τρίτο όμως δεν είχε καλή κατάληξη. Την ώρα που σήκωσε το ποτήρι του να πιει άκουσε τη γυναίκα του να λέει με ένα χαμόγελο μέχρι τα αφτιά και με σχεδόν δακρυσμένα μάτια ότι ήταν έγκυος. Από τη σύγχυση που είχε, του γλίστρησε το ποτήρι και χύθηκε όλο το νερό πάνω του. (Κυριολεκτική κρυολουσία). Μετά από τρία χρόνια και κάτι μήνες επιτέλους θα έκαναν παιδί. Είχαν απογοητευτεί πολύ στην αρχή και όσο πέρναγε ο καιρός αυτό έμπαινε και ανάμεσα στη σχέση τους. Όταν τον ρώτησε γιατί δε μιλάει και την κοιτάζει έτσι.. το μονό που ψέλλισε με το ζόρι ήταν..

« Σε ευχαριστώ για αυτό το δώρο. Ξέρω ότι το ήθελες πάρα πολύ»

Εκείνο το βράδυ δε κοιμήθηκε καθόλου. Στριφογύρναγε στο κρεβάτι του και παρόλο που δοκίμασε όλες τις μεθόδους για να τον πάρει ο ύπνος, δε είχε κανένα αποτέλεσμα. Σηκώθηκε και έβαλε ένα ποτήρι ζεστό γάλα να πιει να χαλαρώσει. Η γυναίκα του κοιμόταν και δεν είχε καταλάβει καν ότι είχε φύγει από κρεβάτι. Δίπλα στο ποτήρι με το γάλα βρισκόντουσαν και οι εξετάσεις του. Πέντε ολόκληρες σελίδες με νούμερα, στατιστικά, ενδείξεις και δυστυχώς για αυτόν, αποδείξεις της αλήθειας. Ήταν πολλά για να επεξεργαστεί και η επόμενη μέρα θα ήταν πολύ δύσκολη στη δουλεία. Έπρεπε να αντιμετωπίσει τον κακό χαμό στο γραφείο και μια λάμπα που αναβοσβήνει εδώ και μια εβδομάδα που τον τρελαίνει. Έβαλε τα χαρτιά στην αριστερή τσέπη του παλτού του, τελείωσε το γάλα του, ξαπλωσε πάλι και αφού μέτρησε άπειρα προβατάκια, τον πήρε ο ύπνος.

Τα μάτια του τα άνοιγε σιγά σιγά γιατί ήξερε ότι τα δικά της θα πετάνε σπίθες, και με το δίκιο της. Η πλευρά του άρχισε να ζεσταίνει και μαζί με αυτή και όλο το κλίμα της συζήτησης. Δεν ήταν από τους άντρες που χτυπάνε το χέρι στο τραπέζι ούτε απαιτούσε πολλά από τη ζωή του. Πόσο μάλλον από τη γυναίκα του. Ένας συμβατικός άνθρωπος που ένιωθε ευτυχισμένος περισσότερο με μικρές έως ελάχιστες καθημερινές απολαύσεις της ζωής. Θα ήταν αυτός που στη δουλειά θα έκανε τα περισσότερα, θα έμενε μέχρι αργά και θα πήγαινε και πιο νωρίς, γιατί πάντα πρέσβευε ότι η ποιότητα της δουλειάς καθορίζεται απο το ήθος του χαρακτήρα του καθενός. Βέβαια, ενώ έπεφτε μόνιμα θύμα εκμετάλλευσης, τόσο στη ζωή όσο και στη δουλειά, μέσα του αισθανόταν καλά και αυτό είχε σημασία. Η γυναίκα του στηρίχτηκε στον αγκώνα της, ακούμπησε με τη παλάμη της το πρόσωπο και μέρος από το κεφάλι της και περίμενε μια απάντηση για όλη αυτή τη συμπεριφορά. Το μυαλό του ήταν έτοιμο να τα τινάξει όλα στον αέρα και η καρδιά του, του ψιθύριζε ότι πρέπει πρώτα να τα δει όλα πιο ψύχραιμα και η αγάπη του για αυτή, θα καθόριζε τη τελική του απόφαση.

Υπερίσχυσε η καρδιά..

Σηκώθηκε και κάθισε κάθετα στο κεφαλάρι. Ήθελε να πιει μια γουλιά νερό για να καταπιεί όλα όσα είχε έτοιμα να ξεστομίσει αλλά κατάφερε να το αποφύγει. Της ζήτησε συγγνώμη για τη συμπεριφορά του. Τα απέδωσε όλα στο άγχος με τη δουλειά και με τον ερχομό του μωρού. Είχε ξεσυνηθίσει στην ιδέα μετά από τόσα χρόνια και του ήρθε ξαφνικό. Την κοίταξε με βλέμμα που δε μπορούσες να καθορίσεις αν ήταν από αγάπη ή μίσος, ήταν πάντως έντονου συναισθήματος. Της ζήτησε να του δώσει λίγο χρόνο κι αυτός απο τη πλευρά του θα προσπαθούσε να αλλάξει τρόπο σκέψης. Θα το έκανε και για τους δυο αλλά ήταν γνωστό ότι τον εαυτό του τον έβαζε πάντα τελευταίο. Τη φίλησε, τη πήρε αγκαλιά και τη καθησύχασε χαϊδεύοντας απαλά τα μαλλιά της. Αυτή η μυρωδιά της του προκαλούσε μια μικρή ανατριχίλα. Ακόμα και έξω να ήταν όλη μέρα, χωρίς να κάνει ντους..μύριζε υπέροχα. Ήθελε να έχει αυτή την αίσθηση για πάντα.

Δεν ήταν σίγουρος αν μπορούσε όμως να το καταφέρει.

Η επόμενη μέρα στη δουλεία δεν ήταν καθόλου εύκολη. Φαινόταν από μακριά ότι κάτι δε πάει καλά μαζί του. Δεν είχε καμία όρεξη να ασχοληθεί με τη λάμπα που ήξερε ότι θα τρεμοπαίζει σε κάποιες ώρες, του επιστάτη δε του είπε καν καλημέρα και το γραφείο του φαινόταν σα βομβαρδισμένο τοπίο. Ένας συνάδελφος του χτύπησε απαλά το τζάμι με τη βέρα του ζητώντας να μπει. Δεν είχε όρεξη για κουβέντα αλλά από την άλλη δεν ήθελε να δίνει και δικαιώματα εκεί μέσα. Όλοι παριστάνουν τους φίλους όταν σου συμβαίνει κάτι, για να μάθουν τί έχεις ώστε να έχουν ένα επιπλέον θέμα να κουτσομπολέψουν μεταξύ τους. Του έκανε νεύμα να μπει. Το πρόβλημα του δε το είχε συζητήσει με κανένα, πόσο μάλλον για την επικείμενη εγκυμοσύνη της γυναίκας του. Ντρεπόταν τόσο πολύ ακόμα και να το σκέφτεται. Το είχε διογκώσει κιόλας στο μυαλό του αλλά το αποτέλεσμα είναι το πέρναγε ολομόναχος. Σκέφτηκε να το συζητήσει με το συνάδελφο του αλλά η ευχή που του έδωσε λίγο πριν ξεκινήσει, τον έκανε να σταματήσει απότομα.

« Με το καλό το νέο μέλος.. πατέρα».

Τα δέκα λεπτά που πέρασαν οι δυο τους μέσα στο γραφείο ήταν για αυτόν σα να έβλεπε βουβό κινηματογράφο. Τον παρατηρούσε ότι του μίλαγε αλλά δεν έβγαινε φωνή. Ήταν τόσο βυθισμένος στις δίκες του σκέψεις και σε αυτό που μόλις είχε ακούσει, που μάλλον το σώμα του μονό βρισκόταν εκεί και τίποτε άλλο. Έφυγε ο άλλος γιατί μάλλον ένιωσε ανεπιθύμητος και έμεινε μόνος να κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Στο ράδιο είχαν πει ότι έρχεται χιονιάς και θα πρέπει όλοι να κλειστούν στα σπίτια τους. Έξω κρύο αλλά αυτός μέσα του ένιωθε να καίγεται. Άνοιξε το παράθυρο, άναψε ένα τσιγάρο, πήρε μια μεγάλη ρουφηξιά και ύστερα φύσηξε προς τα έξω. Ο καπνός που έβγαλε ήταν πιο έντονος γιατί περιείχε και τη καυτή ανάσα του όταν συναντούσε τον παγωμένο αέρα. Ήταν έτοιμος να πείσει τον εαυτό του ότι η φυγή είναι η μόνη λύση, χωρίς υστερίες και τσακωμούς, αλλά τη σκέψη του τη διέκοψε η γραμματέας του, που τον ενημέρωσε ότι όλοι τον περίμεναν στην αίθουσα συνεδριάσεων. Μέχρι το βράδυ όμως όλα θα είχαν ξεκαθαρίσει.

Ή τότε ή ποτέ..

Είχε πλέον σουρουπώσει και σκέφτηκε ότι δε μπορεί άλλο να περιμένει. Θα πήγαινε νωρίτερα σπίτι του για να μιλήσουν. Μπήκε στο ασανσέρ, πάτησε το κουμπί για το ισόγειο και περίμενε να κλείσουν οι πόρτες. Δευτερόλεπτα πριν ξεκινήσει όμως, είδε το συνάδελφο του να τρέχει και να του ζητάει να τις κρατήσει ανοιχτές, ώστε να προλάβει να μπεί και αυτός. Κατέβηκαν μαζί αλλά δεν αντάλλαξαν πολλές κουβέντες, ούτε καν ματιές. Μάλλον και οι δύο αισθανόντουσαν άβολα μετά από την περίεργη κουβέντα που είχαν πριν. Οι πόρτες άνοιξαν, αντάλλαξαν ένα τυπικό γεια, ο ένας βγήκε προς την έξοδο και ο άλλος έμεινε μέσα. Προτίμησε να περπατήσει πάλι ενώ ο συνάδελφος κατέβηκε στο μείον ένα, που είχε το αμάξι του. Στο δρόμο σκεφτόταν όλα τα πιθανά σενάρια συζήτησης που θα μπορούσε να έχει μαζί της και όλα κατέληγαν σε ένα κοινό παρανομαστή.. να την αφήσει και να φύγει. Μια στροφή ακόμα και έφτανε επιτέλους στο σπίτι του. Η αυλή τους ήταν αρκετά μεγάλη, το ίδιο και η τζαμαρία της κουζίνας που έβλεπε προς αυτήν. Δυστυχώς για όσους ήταν μέσα, φαίνονταν τα πάντα μιας και είχαν αποφασίσει από κοινού ότι δε θα βάλουν κουρτίνες παρά μόνο στόρια που θα τα κατέβαζαν αποκλειστικά τα βράδια. Το θέαμα της γυναίκας του να τσακώνεται και να σπρώχνει κλαίγοντας τον άνθρωπο που μόλις πριν από μια ώρα περίπου ήταν μαζί του στο ασανσέρ του προκάλεσε μια παύση..τόσο στο βήμα όσο και στην αναπνοή του. Είναι η στιγμή που στα επείγοντα ακούγεται μόνο ο συνεχόμενος συρτός ήχος ότι η καρδιά έπαψε να λειτουργεί.

Ένιωσε να πεθαίνει..

Έμεινε στο κρύο για τουλάχιστον μια ώρα. Μισή ώρα παραπάνω, ύστερα από την έντονη αποχώρηση του πατέρα του παιδιού του. Ναι, το ήξερε από την αρχή ότι δεν ήταν αυτός ο πατέρας μιας και οι εξετάσεις το είχαν επιβεβαιώσει. Απλά δε μπορούσε να φανταστεί με τίποτα ότι θα το επιβεβαίωνε για δεύτερη φορά, μέσα στην ίδια μέρα, για το ποιος τελικά είναι ο πραγματικός. Είχαν παγώσει τα πάντα πάνω του. Δεν ένιωθε τα χέρια του, τα πόδια του, το σώμα του. Μόνο τα μάγουλα του μπορούσε να τα αισθανθεί πιο καλά γιατί από αυτά πέρναγαν ζεστές κηλίδες δάκρυα. Η απόφαση που έπρεπε να πάρει ξεπερνούσε όλα τα σενάρια που έκανε ερχόμενος εκεί. Έχοντας τα χέρια του στις τσέπες του παλτού του, έπιασε τα χαρτιά που είχε στην αριστερή, τα έβγαλε έξω, τα κοίταξε μια τελευταία φορά, πήγε σε ένα κάδο απορριμμάτων και με τον αναπτήρα που βρισκόταν στην ίδια τσέπη, τους έβαλε φωτιά (υπερίσχυσε το μυαλό αυτή τη φορά). Κοιτάζοντας τα να γίνονται στάχτη, έκαιγε σιγά σιγά και το μίσος του. Αυτή τη γυναίκα την είχε αγαπήσει περισσότερο από τον ίδιο του τον εαυτό. Ήθελε τόσο πολύ να κάνει οικογένεια και του δινόταν τώρα η ευκαιρία να το καταφέρει, έστω και με αυτόν τον τρόπο. Εξάλλου κανείς δεν ήξερε το πρόβλημα του. Για αυτούς, μπορεί το παιδί να ήταν δικό του. Για αυτόν, θα ήταν μια αλήθεια που θα έμενε για πάντα κρυφή.

Πυκνό χιόνι ξεκίνησε να πέφτει και είχε αρχίσει ήδη να το στρώνει. Τα βαριά, από σιγουριά βήματα του, άφηναν σημάδια πάνω στο χιονισμένο πια κήπο, καθώς έμπαινε στο σπίτι. Ήταν έτοιμος για αυτή τη νέα πτυχή της ζωής του. Η γυναίκα του τον είδε από το τζαμί, αυτό της κουζίνας, και έτρεξε να ανοίξει τη πόρτα της εισόδου. Το έκανε με τέτοια λαχτάρα και δύναμη που δεν ακούστηκε καν το τρίξιμο της. Τον αγκάλιασε τόσο σφιχτά που αισθάνθηκε σα να τον σπάει κομματάκια. Έμμεσα, το είχε κάνει αλλά ήταν έτοιμος να τα ξανακολλήσει όλα για αυτήν. Τον φίλησε σαν να τον βλέπει μετά από χρόνια και του ζήτησε συγγνώμη για όλα, με τα πρησμένα ακόμα μάτια απο το κλάμα. Ανταποκρίθηκε στο φιλί της λέγοντάς της ότι από δω και πέρα θα τα πολεμήσουν όλα μαζί, γιατί αυτός και αυτή πρέπει να είναι ένα, για το καλό του παιδιού. Μπορεί να τον είδε που καθόταν έξω στο κρύο..μπορεί να μην άντεχε ούτε τον ίδιο της τον εαυτό για τη πιθανότητα να είναι έγκυος απο κάποιον άλλο..μπορεί απλά να αποφάσισε ότι θέλει μόνο αυτόν. Δεν είχε σημασία κι ούτε θέλησε να μάθει ποτέ το λόγο που του ζήτησε συγγνώμη.

Επέλεξε άλλο δρόμο…

Επέλεξε αυτήν!!

Η πόρτα έκλεισε και άφησε απ´έξω όλα τα αρνητικά συναισθήματα που είχε μέσα του τις τελευταίες μέρες. Η νέα του οικογένεια θα ήταν πάνω απ´ όλα και για το υπόλοιπο της ζωής του, θα πάλευε όπως μπορούσε καλύτερα για αυτήν. Του έβαλε να φάνε και έτρεξε στο δωμάτιο της να φέρει κάτι. Ανεβαίνοντας τη σκάλα, στον καθρέφτη που έχει ακριβώς στη μέση, κοίταξε το είδωλο της και αμέσως μετά αυτόν μέσα απο εκεί. «Αυτός θέλω να είναι ο πατέρας του παιδιού μου». σκέφτηκε. Κατέβηκε σχεδόν τρέχοντας. Ακούμπησε δίπλα απο το πιάτο του μια πρόσφατη εξέταση της, ανακοινώνοντας του ότι το μωρό που περιμένουν, ήταν κοριτσάκι. Αυτός, έσυρε με ορμή τη καρέκλα προς τα πίσω, τη σήκωσε ψηλά στον αέρα και καθώς τη φίλαγε στο λαιμό γεμάτος ευτυχία, εντελώς αυθόρμητα και παρορμητικά, της είπε να την ονομάσουν αυτό, που αποτέλεσε την κινητήριο δύναμη ώστε να βρίσκεται εκείνη τη στιγμή μαζί της, χωρίς κανέναν ενδοιασμό και φόβο καθώς και αυτό, που ζητούσε ανιδιοτελώς μια ζωή..

Αγάπη!!

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Chapter 10 (ΑΛΗΘΕΙΑ..ΘΕΜΑ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟ)

Add yours

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: